ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.
ΑΡΧΙΚΗ | ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ | ΤΑΙΝΙΕΣ | ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ | ΗΘΟΠΟΙΟΙ | ΝΕΑ
ΤΑΙΝΙΕΣ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

15ο Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας 2009

15ο Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας 2009

Ταινίες

Xαμός από κόσμο στις Νύχτες Πρεμιέρας

     Για ένα ακόμα Οσκαρ πρέπει να ετοιμάζεται η Μέρρυλ Στρήπ, αυτή η εκπληκτική ηθοποιός των μεταμορφώσεων, με την τελευταία της ταινία «Τζούλι και Τζούλια» που εξασφάλισαν για μας οι «Νύχτες Πρεμιέρας».

 


Σ αυτό το έργο η Στρήπ σηκώνει ολόκληρη την ταινία στους ώμους της, ή μάλλον στα χείλη, στο χαμόγελο, στην κίνηση. Δεν λείπει σχεδόν ούτε λεπτό απ την οθόνη και βλέπουμε, πώς ένας σκηνοθέτης με ταλέντο και μια πρωταγωνίστρια, μπορούν με τη βοήθεια σκηνογράφων και ενδυματολόγων να φιάξουν, εκ του μη όντος, μια ταινία που θα σπάσει ταμεία και θ αφήσει ικανοποιημένους εκατομμύρια θεατές.
Η σκηνοθέτις Νόρα Εφρον που ασχολείται με αληθινές ιστορίες, παρουσιάζει με κέφι το μεράκι μιας Αμερικανίδας για τη γαλλική κουζίνα.
Το απωθημένο κάθε Αμερικανού είναι να βρεθεί στο Παρίσι. Στη χώρα της ευημεριας και του πλούτου που ηταν πριν από την οικονομική κρίση η Αμερική, ο,τιδήποτε είναι γαλλικής κατασκευής αποκτάει ιδιαίτερη αξία. Ένα ζευγάρι γυναικείες κάλτσες, ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι άρωμα, κάποια αξεσουάρ, περιβάλλεται απο αίγλη στα χέρια της Αμερικανίδας. Το ίδιο και η γαλλική κουζίνα. Οι Αμερικανοί που εχουν σχηματίσει την εθνική τους κουζίνα από διάφορες χώρες, όταν εισέρχονται σ ένα γαλλικο ρεστωράν, αποκτούν αυτομάτως μια ιδιαίτερη κουλτούρα. Σε κάποιο γαλλικο εστιατόριο μάλιστα του Μανχάταν, ακόμα και το αλάτι το εισάγουν από τη Γαλλία. Είναι το ονομαζόμενο «fleur de sel”, ένα χονδρό αλάτι χωρις ιδιαίτερη οξύτητα, που το μαζεύουν οι ψαράδες στα παράλια της Βρετάνης.
Εξ άλλου, η πρώτη κυρία του Λευκού Οίκου που άφησε εποχή, η Τζάκυ Κέννεντυ, ήταν Γαλλίδα με το όνομα Ζακελίν Μπουβιέ και είχε δημιουργησει το περίφημο δικό της στυλ στο ντύσιμο και στην επίπλωση της προεδρικης κατοικίας. Είχε μάλιστα δημιουργήσει μια γωνιά στον κήπο, όπου ήταν φυτεμένα όλα τα χόρτα που χρησιμοποιούνται στη γαλλική κουζίνα. Και την ημέρα της δολοφονίας του Τζάν Κέννεντυ, το αίμα από τον πυροβολισμό έβαψε το ταγεράκι Σανέλ που φορούσε η διάσημη Τζάκυ.
Στην ταινία λοιπόν, η Μαίρη Στρήπ είναι η γυναίκα του Αμερικανού πρέσβυ στο Παρίσι. Παρ όλο που οι πρεσβευτίνες ασχολούνται πολλές ώρες με δεξιώσεις και κοσμικότητες, η κυρία εκείνη, θέλει να γεμίζει τις ώρες της με κάτι πιο ουσιαστικό και πηγαίνει σε σχολή μαγειρικής. Ξυπνάει κάθε πρωϊ στις εξίμισι και κόβει μαζί με τους άλλους μαθητές τόνους από κρεμμύδι με το ειδικό μαχαίρι και τις ίδιες δεξιοτεχνικές κινήσεις. Φιάχνει πάπια γεμιστή με φουά γκρά ραντισμένη με
Γκράν Μαρνιέ και τούρτα βατόμουρο.
Η αξία της ταινίας πάντως, είναι η ίδια η Μέρυλ Στρήπ. Ωριμη στην ηλικία με  περιττά κιλά λόγω ηλικίας ή λόγω ρόλου, υποδύεται μια ευτυχισμένη νοικοκυρά στον πιο δημιουργικό της ρόλο. Δίπλα της έχει τον ερωτευμένο κύριο πρέσβυ που την ορεξεύεται σαν το γευστικότερο επιδόρπιο.
Ολη η υπόθεση του έργου είναι η Μέρυλ Στρήπ στην κουζίνα, που αποδεικνύεται αυτή τη φορά μια σπάνια καρατερίστα! Βέβαια, στην επιτυχία της ταινίας καθοριστικό ρόλο παίζει η ακριβής αναπαράσταση της εποχής με τα κοστούμια, οι λαϊκές αγορές του Παρισιού με τα χρωματιστά ζαρζαβατικά και τα πολυτελή εστιατόρια.
Η ιστορία είναι αληθινή και αναφέρεται στην πρωτοπόρο της μαγειρικης Τζούλια Τσάϊλντ, που με το βιβλίο της έφερε τη γαλλική κουζίνα στα αμερικάνικα σπίτια και παρ όλους τους λόφους από βούτυρο που κατανάλωναν η ιδια και ο άντρας της, αυτή πέθανε το 2004 σε ηλικία 91 ετών και ο σύζυγος το 2005 στα 92!
Μέσα στην ταινία αλλά και στην πραγματικότητα, έχουμε μια νεαρή Αμερικανίδα που θαυμάζει την Τζούλια Τσάϊλντ και δημιουργει ένα blog με συνταγές μαγειρικης. Γίνεται κι αυτή διάσημη και την κυνηγούν οι δημοσιογράφοι.
Η ιδέα ήταν ωραία να συνδεθούν οι δύο ιστορίες, αλλά πιο ωραία απ όλους και όλα είναι η Μέρυλ Στρήπ.          

Eτσι πήραμε το Γούντσκοκ

   Το Γούντσκοκ έχει μείνει στην ιστορία της μουσικής σαν η μεγαλύτερη συναυλια που δόθηκε ποτέ και το πιο ανατρεπτικο μήνυμα μιας εποχής. Ηταν στα μέσα της δεκαετιας του 60 με τον πόλεμο στο Βιετνάμ και τα «παιδιά των λουλουδιών» να κάνουν τη δική τους επανάσταση, με σλόγκαν «μην κάνετε πόλεμο, κάντε έρωτα».
Ηταν οι χίππυς,  που είχαν δημιουργήσει τη δική τους μόδα και τον δικό τους τρόπο ζωής. Ταξίδευαν σε όλο τον κόσμο ξυπόλητοι και χωρίς δεκάρα στην τσέπη. Ηταν όλοι κάτω από τριάντα χρονών, άντρες και γυναίκες είχαν μακρυά μαλλιά και τα ρούχα που φορούσαν ήταν συχνά ωραία, βαμβακερές μακρυές φούστες οι κοπέλλες και βαμβακερές πουκαμίσες αγόρια και κορίτσια με υπέροχα χρώματα, φερμένα από χώρες της Ασίας στις οποίες έπρεπε οπωσδήποτε να ταξιδέψουν. Τα παπούτσια τους, (όταν φορούσαν), ήταν κάτι αυτοσχέδια σανδάλια που έγιναν κλασικά και τα βρίσκουμε ακόμα και σήμερα στο Μοναστηράκι και στα νησιά μας.
Για να ζήσουν, έφιαχναν επι τόπου ευτελή κοσμήματα από ψεύτικες χάντρες και σύρμα που τα πουλούσαν στους δρόμους και στους σταθμούς του μετρό. Μερικοί γίνονταν αιμοδότες και πουλούσαν, κατά καιρούς, το αίμα τους στα νοσοκομεία χωρίς κίνδυνο, αφού τότε δεν είχε προκύψει το έϊτζ. Επαιζαν κιθάρα στους δρόμους, μοναχικά ή σε μικρά συγκροτήματα, προσφέροντας στους περαστικούς καλής ποιότητας μουσική, αφού πολλοί απ αυτούς είχαν κάνει μουσικές σπουδές και ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν παιδιά πλουσίων οικογενειών, μέχρις εκατομμυριούχων και δεν είχαν καμία σχέση με τους σημερινούς οικονομικούς μετανάστες που κοπανάνε τα πλήκτρα του ακορντεόν για ν αγοράσουν αυτοκίνητο ή σπίτι.
Εκείνοι απεχθάνονταν την ιδιοκτησία, κουβαλούσαν στην πλάτη τους ολόκληρο το νοικοκυριό τους, μια σκηνή, ένα στρώμα, ό,τι μπορούσαν, τέλος πάντων, και κοιμόνταν στο ύπαιθρο ή στις ταράτσες φτηνών ξενοδοχείων. Εβρισκαν υπέροχες παραλίες για να εγκατασταθούν κάποιο διάστημα με τις σκηνές τους και τότε ειχαν κάνει διεθνές κέντρο του χυππισμού τα Μάταλα στην Κρήτη. Στην Αθήνα το ραντεβού τους ήταν στο Σύνταγμα, έξω από τα ζαχαροπλαστείο του Παπασπύρου που έχει γίνει σήμερα φαστφουντάδικο κι εκεί κάθονταν κατάχαμα με μπαγάζια τους.
Είχαν γίνει το couleur local της Αθήνας και όλοι τους έβλεπαν με συμπάθεια, ακόμα και οι μικροαστοί που τους σχολίαζαν αλλά δεν ενοχλούνταν από την παρουσία τους, ενώ οι σκεπτόμενοι άνθρωποι ήταν όλοι με το μέρος τους.    
Τότε δημιουργήθηκαν και τα hostels, πανδοχεία με δωμάτια μικρότερα ή μεγαλύτερα με δύο, τρία, πέντε ή έξι κρεβάτια, χωριστά για τα αγόρια απο τα κορίτσια. Υπήρχε κοινό μπάνιο και μια κουζίνα με συσκευή γκαζιού για να ετοιμάζουν κάτι πρόχειρο. Καπνίζανε  μαριχουάνα που την έλεγαν «χόρτο», ένα αθώο ναρκωτικό, και απεχθάνονταν την αναγκαστικη εργασία, τα τακτικά ωράρια και την υπερκατανάλωση που τότε ειχε εμφανιστεί δυναμικά στις αστικές κοινωνίες.      Αλλαζαν με ευκολία ερωτικούς συντρόφους και, εξ αλλου, αυτό ήταν το βασικό τους μηνυμα: «Μην κάνετε πόλεμο, κάντε έρωτα».
Παράγωγο του χιππυσμού υπήρξε σε μεγάλο βαθμό και η φοιτητική επανάσταση στο Παρίσι, που έφερε τα πάνω κάτω στη Γαλλία και έγινε αφορμή για την πτώση του στρατηγού Ντε Γκώλ, του ογκόλιθου της δεξιάς παραταξης στη χώρα και γενικότερα στην Ευρώπη.
Για να ξαναγυρισουμε, λοιπόν, στο Γούντσκοκ και την ιστορικη συναυλία, ο πολυβραβευμένος Ανγκ Λή παρουσιάζει το ιστορικό της συναυλίας με δύο περίπου εκατομμύρια θεατές που δόθηκε για ένα τριήμερο από τις 15 έως 18 Αυγούστου του 1969.
Το Γούντσκοκ βρίσκεται στην κωμόπολη Μπεθ κοντά στη Νέα Υόρκη και ο Ελιοτ Τίμπερ, κατέχει μαζί με τους γονείς του τη μοναδικη άδεια διεξαγωγής φεστιβάλ στην περιοχή, μαζί μ ένα μικρό πανδοχειο που γίνεται το στρατηγείο για τη διοργάνωση της συναυλίας, από τα παιδιά που πίστευαν ότι θ αλλάξουν τον κόσμο.
Εν τω μεταξύ, δηλώνουν συμμετοχή πολλά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ποπ μουσικής, πολλοί απ αυτούς ακτιβιστές, όπως η Τζόαν Μπαέζ με τις μπαλλάντες της στο μεσουράνημά της, ο Μπόμπ Ντύλλαν, η Τζάνις Τσόπλιν, ο Τζίμμυ Χέντριξ, οι Σαντάνα, οι Χού και πολλοί άλλοι.
Στην περιοχή αρχίζει να καταφθάνει το κοινό κατά εκατοντάδες χιλιάδες που δημιουργεί κυκλοφοριακό πρόβλημα.  Εγκαθίστανται με τα αντίσκηνά τους, κάνουν έρωτα κάτω απ τους θάμνους και βρωμίζουν την περιοχή. Οι κάτοικοι αντιδρούν και η αστυνομία κάνει συχνές εφόδους.
Τα ναρκωτικά δεν περιορίζονται στο χόρτο. Χρησιμοποιούν το LSD που είναι επικίνδυνο ναρκωτικο και είχε κάνει την εμφάνισή του πριν απ το «χόρτο» στα αμερικανικά πανεπιστήμια αλλά και άλλα πιο σκληρά, μέχρι ηρωϊνη. Αυτά, με την επίδρασή τους, δημιουργούν το μπέρδεμα. Αρχίζουν οι παρτούζες και επεκτείνεται η ομοφυλλοφιλία. Όταν μάλιστα πιάνει μια βροχή, κυλιώνται μέσα στη λάσπη σαν γουρούνια διασκεδάζοντας.
Και στο τέλος, φτάνουμε σ ένα κρίσιμο σημείο. Ο Ελιοτ Τίμπερ που παραστέκεται στους γονείς του που είναι φτωχοί, δεν τους εγκαταλείπει ούτε για χάρη της καριέρας του, δέχεται απ αυτούς την πιο σκληρή απογοήτευση. Η μητέρα του έχει συσσωρεύσει 90.000 δολλάρια, μυθικο ποσόν για την εποχή, από  τις οικονομιες της είκοσι χρόνων, που τις κρατάει μυστικά σε όλη τη διάρκεια της ένδειας που ζούνε. Είναι η προδοσία που δέχονται οι νέες γενιές από τις παλιές γι αυτό οδηγούνται σε επαναστάσεις, για να καταρρίψουν το ανήθικο κατεστημένο των προηγούμενων γεννεών.
Ο Ανγκ Λή με την ταινια του «Ετσι πήραμε το Γούντσκοκ», εκτός από το ιστορικο της συναυλίας, παρουσιάζει και την κάπως σκοτεινή πλευρά του κινήματος που όμως, στο σύνολό του, ήταν ρομαντικο και αθώο, άσχετα εαν εξατμισθηκε.
Πριν από τον Ταϊβανέζο σκηνοθέτη ειχε γυρίσει μια εξαιρετική ταινία με τον τίτλο
«Γούντσκοκ» ο Μικελάντζελο Αντονιόνι. Τα ναρκωτικά και τις παρτούζες τις υπονοούσε μ ένα μακρινό πλάνο από αγκαλιασμένα γυμνά κορμιά, ενώ επιφύλασε για τους θεατές ένα εντυπωσιακό τέλος: Παρουσιάζει μια υπέροχη βίλλα με τη σφραγιδα της κομψότητα στην κάθε λεπτομέρεια να εκρίγνυται και να τινάζονται στον αέρα τα ωραία έπιπλα, η γκαρνταρόμπα με τα σινιέ ρούχα, το φορτωμένο ψυγείο και, τέλος, η βιβλιοθήκη με τα εκατοντάδες βιβλία που δεν βοήθησαν σε τίποτα ώστε ν αλλάξει η ανθρωπότητα.

Mιά κάποια εκπαίδευση

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 το Λονδίνο ήταν ακόμη μια πουριτανική πόλη προσδεδεμένη στις αστικές παραδόσεις της. Η σκηνοθέτις Λόνε Σέρφιγκ κάνει μια εκπληκτική αναπαράσταση της εποχής, μ ένα σενάριο βασισμένο στις αναμνήσεις της συγγραφέως Λύν Μπάρμπερ.
Η πρωταγωνίστρια Κάρεϋ Μάλιγκαν, η Τζέννυ όπως ονομάζεται στην ταινία, είναι δεκάξι ετών, είναι καλή στις σπουδές της σ ένα αυστηρό σχολείο και λατρεύει τη γαλλική κουλτούρα. Μιλάει γαλλικά, παίζει τσέλο, της αρέσει το γαλλικο τραγούδι με τη Ζυλιέτ Γκρεκό και τα γαλλικά αρώματα. Ανήκει σε μεσοαστικη οικογένεια με γονείς με αρκετή κατανόηση και η ίδια θέλει να μείνει παρθένος μέχρι την ενηλικίωσή της. Στη ζωή της όμως εισβάλλει ένας αρκετά μεγαλύτερός της γόης που ανατρέπει τα πάντα. Είναι διανοούμενος και την βάζει σ έναν κύκλο συγγραφέων και καλλιτεχνων. Δημιουργεί σεξουαλικές σχέσεις μαζί του, σκέφτεται να τον παντρευτεί και προβληματίζεται εάν αξίζει να συνεχίσει τις σπουδές της στην Οξφόρδη όπως ήταν το αρχικό της σχέδιο ή να προχωρήσει στην ευτυχία, δηλαδή να ζήσουν τον έρωτά τους χωρίς τα άχρηστα πράγματα που μας μαθαίνουν στα σχολεία.
Η προσγείωσή της θα είναι εντελώς ανώμαλη. Διαπιστώνει ότι αυτός είναι παντρεμένος με παιδί και ότι το χόμπυ του είναι να γοητεύει νεαρές κοπέλλες, που μάλιστα μία την έχει αφήσει έγγυο. Μετά τον καταπέλτη που δέχεται συνεχίζει τις σπουδές της, και επειδή τα νεανικά δάκρυα στεγνώνουν γρήγορα, δημιουργεί ένα νέο, πιο φυσιολογικό  δεσμό.
Και ενώ θα μπορούσε ένα τέτοιο σενάριο να γίνει μια μελο ταινία, η σκηνοθέτις δημιουργεί μια εξαιρετικη ταινία με υπέροχη αναπαράσταση εποχής, με καλούς ηθοποιούς και με φιλοσοφικη διάθεση.

Χάρολντ και Μώντ


Το περίφημο θεατρικό έργο που παιζόταν επί τρία χρόνια στην Αθήνα με πρωταγωνίστρια μία υπερογδοντάχρονη πρωταγωνίστρια της ελληνικης σκηνής, στον κινηματογράφο μάλλον ατύχησε.
Σύμφωνα με το έργο, ένας νεαρός λίγο πάνω απ την εφηβεία, ταλαιπωρείται από την αυταρχικη μητέρα του η οποια μετά το θάνατο του άντρα της διευθύνει μία τεράστια επιχείρηση. Ο νεαρός γιός δεν έλκεται ούτε από τη μητέρα του ούτε από την επαγγελματική της επιτυχία η οποία της αφήνει πολύ λίγο χρόνο για ν ασχοληθεί μαζί του και βρίσκει τον πιο περίεργο τρόπο για να τραβήξει την προσοχή της. Κάνει διάφορες ψεύτικες απόπειρες αυτοκτονίας, ενώ διασκέδασή του είναι να πηγαίνει σε κηδείες. Σε μία απ αυτές γνωρίζεται με μια ογδοντάχρονη κυρία με τρελούτσικη συμπεριφορά, εντελώς αντισυμβατικη, την οποία ούτε λιγο ούτε πολύ την ερωτεύεται. Προηγουμένως έχει απορρίψει όλες τις υποψήφιες νύφες που του βρίσκει η μητέρα του μέσω ειδικών γραφείων και κάνει τη ζωή δύσκολη στον ψυχαναλυτή που στέλνει επιμόνως η μαμά του.
Το έργο είναι γραμμένο με χιούμορ και σοβαρότητα συνάμα, δείχνει την επιμονή του νεαρού για πραγματικη αυτοκτονία αφού ερωτεύεται μια γυναίκα κοντά στο θάνατο και το χόμπυ του είναι να πηγαινει σε κηδείες και στιγματίζει την επαγγελματικη επιτυχία που είναι σε βάρος των ανθρώπινων σχέσεων. Αλλά ενώ στο θέατρο η ομορφιά του έργου βασίζεται στους διαλογους,  στην ταινία η τρελουτσικη γιαγιά είναι μια υστερικη γριά και ο νεαρός ένας ξυλοπόδαρος μπέμπης. Εν τούτοις, οι ηθοποιοί ήταν υποψήφιοι για τις Χρυσές Σφαίρες.

Της Ξένης Μουχίμογλου

 

15ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2009 - ΤΑΙΝΙΕΣ

Το cinemainfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στην κινηματογραφική τέχνη και τους συντελεστές της. Τα πάντα για τον κινηματογράφο. Μια δημιουργία του www.internetinfo.gr

INTERNETINFO © ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ INFO.GR