ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.
ΑΡΧΙΚΗ | ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ | ΤΑΙΝΙΕΣ | ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ | ΗΘΟΠΟΙΟΙ | ΝΕΑ
ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΗΚΑΝ ΣΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ταινίες που διαγωνίστηκαν στο Διαγωνιστικό Τμήμα

Ταινίες που διαγωνίστηκαν στο Διαγωνιστικό Τμήμα

Ταινίες που διαγωνίστηκαν στο Διαγωνιστικό Τμήμα

31ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ

Ταινίες που διαγωνίστηκαν στο Διαγωνιστικό Τμήμα

Θα αναφερθούμε στις ταινίες που διαγωνίστηκαν στο Διαγωνιστικό Τμήμα, ενώ έχουμε ήδη αναφερθεί σε αυτές που έχουν διαγωνισθεί στο Σπουδαστικό Τμήμα. Να υπενθυμίσουμε ότι αυτές οι ταινίες διαγωνίζονται επίσης για τα Κρατικά Βραβεία, έχοντας (μόνο αυτές) μια ακόμα δυνατότητα να πάρουν ένα βραβείο, κάτι το οποίο μεταφράζεται σε λεφτά, ποθητά στους σκηνοθέτες για να ξεχρεώσουν την ταινία που έκαναν.

 

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

 Το μυθικό στοιχείο ακουμπά η ταινία της Αλέξιας Ρόιντερ, από την Κύπρο. Η «Στυξ» είναι μια μυθική αφήγηση που θέλει να μας μεταφέρει στο χώρο μεταφοράς από τον τόπο των ζωντανών σε αυτόν των νεκρών. Εδώ όμως είναι που η ταινία αντιμετωπίζει προβλήματα. Εκεί που θα έπρεπε να είχαμε τα μυθικά στοιχεία να ορίζονται με ένα συμβολικό τρόπο, έχουμε ένα θεατρικό σκηνικό για να μας δώσει την αίσθηση του Άδη. Το μοντάζ είναι έτσι φτιαγμένο που δεν μπορεί να αρθρώσει τον κινηματογραφικό λόγο, διότι ο ρυθμός είναι ακριβώς ο ίδιος και εκεί που ηθογραφεί και εκεί που απλώς περιγράφει. Η ταινία χάνεται στην αφηγηματική της αδυναμία και στο θεατρικό παίξιμο των ηθοποιών, ξένο ως προς τον κινηματογράφο.

Ο Σπύρος Αμοιρόπουλος, με την ταινία «Πρόσκληση σε δείπνο», φτιάχνει μια σύγχρονη ιστορία. Μια γυναίκα και ένας άντρας επικοινωνούν τηλεφωνικά. Αυτός είναι συγγραφέας και εκείνη ακούει απλά την ιστορία που αυτός έχει γράψει. Η όρεξη ανοίγει και θέλουν να γευτούν την αίσθηση του αφηγήματος αυτοί οι ίδιοι. Δε βλέπουμε αυτή τη συνάντηση, κάτι που είναι καλό γιατί μας αφήνει να φανταστούμε, η ατμόσφαιρα απλά υπονοεί. Η αφήγηση είναι «στρωτή», σε κάποια σημεία θα ήθελε να επιταχυνθεί ο ρυθμός, υπάρχουν οι σεναριακές αλλαγές στα σωστά σημεία, η σκηνοθεσία είναι πολύ κλασική. Ο Αμοιρόπουλος μας δείχνει ότι ξέρει να βλέπει το κάδρο του και να χειρίζεται ικανοποιητικά αφηγηματικά το μοντάζ. Θα ήθελε, όμως, περισσότερη δουλειά στη διδασκαλία των ηθοποιών.

«Η αρκούδα» είναι η ταινία της Βικτώριας Βελλοπούλου, μια αφήγηση που εστιάζει στη ζωή των χωρικών στα ορεινά μέρη. Ένας φωτογράφος που πρέπει να φωτογραφίσει κάποια φυτά, βρίσκεται σε ένα ασυνήθιστο τοπίο. Παράνομα ζευγάρια και η απειλή της αρκούδας να πλανιέται στον αέρα. Εκεί, λοιπόν, που η Βελλοπούλου θα έπρεπε να φτιάξει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, έχουμε ελάχιστες στιγμές που διακρίνουμε αυτό το μυστήριο. Πέφτουμε σε ένα ρεαλισμό, ο οποίος δεν είναι ακριβώς ρεαλισμός, σε μια ερωτική σκηνή που σεναριακά είναι τοποθετημένη με λάθος τρόπο, το χωριό να μην είναι ακριβώς χωριό, σε γενικές, λοιπόν, γραμμές η ταινία δεν είναι παρά μια αδικαιολόγητα παραποιημένη αφήγηση που δεν πείθει.

Ο Κωνταντίνος Γιαλλουρίδης είχε έρθει για πρώτη φορά στη Δράμα με το «Ink control», το 2006, στο τμήμα Έλληνες του Κόσμου. Δύο χρόνια μετά, θα κάνει μια άλλη ταινία που κινείται, πάνω-κάτω, στο ίδιο κλίμα. Και εδώ έχουμε το φαντασιακό να «μπερδεύεται» με το πραγματικό και να αποδίδει, με αυτό τον τρόπο, μια διαφορετική άποψη της πραγματικότητας. Δε μιλά ευθέως, αλλά με πλάγιο τρόπο, για το πολύ σοβαρό θέμα που τυραννά τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου: την απόλυτα ελεγχόμενη καθοδήγηση του ατόμου, μέσα σε μια κοινωνία που θέλει όλα να είναι καθώς πρέπει, βάσει κάποιων άγραφων και επιβαλλόμενων κανόνων από κάποιο άγνωστο κέντρο. Μας θυμίζει τον Κάφκα. Η ταινία δε πηγαίνει στο καφκικό τοπίο, μένει στο απόλυτο ρεαλισμό, στον οποίο βάζει το φανταστικό στοιχείο, τη ζωγραφική, την επικοινωνία μέσω του εγχειριδίου των οδηγιών χρήσεων, τα βλέμματα. Και εκεί κερδίζει σε δύναμη: το φαντασιακό μπολιάζει το ρεαλιστικό στοιχείο και του εμφυτεύει το σπόρο της αμφισβήτησης. Οι «Οδηγίες χρήσεως» μιλούν με τον πλέον απλό τρόπο, αφήνοντας το θεατή να βρει τα κρυφά νοήματα και πετυχαίνουν.

Εκεί που πετυχαίνει ο Γιαλλουρίδης, δεν μπορεί ο Γουδέλης να φτάσει. Για χρόνια κριτικός κινηματογράφου και λογοτεχνίας, ο σκηνοθέτης έχει φέρει πέρυσι στη Δράμα την ταινία «Ο δολοφόνος της λεωφόρου». Φέτος είδαμε τη «Συνάντηση» που ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με την προηγούμενη ταινία. Η πολύ καλή φωτογραφία του Γιάννη Βαλερά, η εξαιρετική κίνηση της κάμερας, δε σώζουν την κατάσταση. Η κινηματογράφηση μας βάζει μέσα σε ένα εσωτερικό κόσμο, όμως δεν δικαιολογεί το φανταστικό-ονειρικό που ακολουθεί. Είναι σα μια άλλη ταινία μέσα σε αυτή, εντελώς αποκομμένη, αδύναμη να θεμελιώσει την αφήγησή της.

Η ταινία «Pet shop», του Μιχαήλ Γαβριήλ Ζενέλη, είχε μια καλή στιγμή: όταν το παιδί αγοράζει ένα σκυλάκι που δεν μπορεί να τρέξει βρίσκει έναν που έχει την ίδια πάθηση και έτσι ψυχολογικά γιατρεύεται. Αυτό το βλέπουμε στο τέλος και η ταινία έτσι κερδίζει σε συναίσθημα. Κατά τα άλλα, η αφήγηση είναι πολύ κλασική και μόνο αυτή η στιγμή της δίνει δύναμη. Ο Νεριτάν Ζιντζίρια θα έρθει με την ταινία «Την καλύτερη νύφη». Μια συναισθηματική ιστορία απώλειας και σμίξης προσώπων. Ο σκηνοθέτης φτιάχνει την ταινία του με τον πλέον απλό τρόπο, δομεί καλά τους χαρακτήρες του, ένα σημείο διαφυγής προς το αόριστο, άρα το οικουμενικό, θα έδινε στην ταινία έναν παγκόσμιο χαρακτήρα και πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Σε γενικές γραμμές πετυχαίνει να θεμελιώσει την αφήγησή του, την αρθρώνει καλά και οι χαρακτήρες του είναι γήινοι, έχοντας μια περιρρέουσα δύναμη που ενώνει τα αφηγηματικά κομμάτια σε μια ενιαία αφήγηση.

ΤΟ ΦΩΣ ΣΑΝ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΜΕΣΟ

Η Χριστίνα Ιωακειμίδη, με την ταινία «Σύνταγμα», μας δείχνει ένα άλλο κινηματογραφικό τοπίο. Έχει σπουδάσει φωτογραφία και κινηματογράφο για αυτό είναι αδικαιολόγητο να φωτογραφίζει με έναν τόσο λάθος τρόπο. Το φως είναι σχεδόν σαν «καμένο». Κατά συνέπεια, αμφιβάλλουμε ότι έχει κάνει λάθος και σκεφτόμαστε ότι ηθελημένα έχει αυτή την απόδοση του φωτός για να μας μεταφέρει μια ψυχολογική κατάσταση. Πράγματι, το κεντρικό πρόσωπο, μια γυναίκα, που πηγαίνει να συναντήσει, στην πλατεία Συντάγματος, ένα φιλικό ή πρώην ερωτικό πρόσωπο είναι σε σύγχυση: θέλει να το δει ή όχι; Κάποιες μη ακριβείς κινήσεις, το κραγιόν που βάζει και βάφει χωρίς να το θέλει το πρόσωπό της, μας βάζουν σε αυτή την έννοια. Το φως μας βάζει ακόμα πιο πολύ στην ψυχολογική της κατάσταση, της αμφιβολίας, της σύγχυσης. Εκεί η Ιωακειμίδη πετυχαίνει να μιλήσει και φορμαλιστικά και κλασικά αφηγηματικά: το φως είναι μια φόρμα και ένα αφηγηματικό μέσο συγχρόνως. Έτσι πρωτοτυπεί και μας δίνει μια φρέσκια ματιά που ξεχωρίζει. Χρησιμοποιεί την ταινία μικρού μήκους για να προτείνει έναν άλλο τρόπο αφήγησης, κάτι που έλειπε από τις περισσότερες ταινίες που είδαμε. Το τέλος της ταινίας, όταν η γυναίκα φεύγει χωρίς να συναντηθεί με το φίλο της, ολοκληρώνει άψογα την ταινία.

Η «Οδομαχία», του Χρήστου Κανάκη, η πρώτη του ταινία στη Δράμα, έχοντας κάνει, όπως λέει το βιογραφικό του μια σειρά ταινιών μικρού μήκους και βίντεοκλιπ, δεν μπόρεσε να μας πείσει ότι μπορεί να μεταφέρει στην οθόνη την καταπίεση του ανθρώπου, την απελπισία, το στρίμωγμα από τους άλλους. Οι ατάκες στο σενάριο δε συμβάδιζαν με την εικόνα, για να βρουν ένα κοινό σημείο και να ξεφύγουν. Η ταινία έμενε σε ένα αδιευκρίνιστο αφηγηματικό τοπίο και έχανε τη δύναμή της. Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος, με τη «Χήρα στρατηγού», φέρνει την τρίτη του ταινία στη Δράμα, παίζει έξυπνα με το συναίσθημα που εκφράζεται μόνο με τα λόγια. Η εικόνα είναι στατική, υπονοεί καταστάσεις που δε δείχνονται και δε λέγονται. Το παίξιμο είναι πολύ θεατρικό. Αυτό θα ήταν ένα προσόν της ταινίας αν υπήρχε η αντίθεση, θέατρο-κινηματογράφος, για να μας δείξει το ψυχολογικό αδιέξοδο, αν είχαμε την κινηματογραφική αφήγηση να αντιπαρατεθεί με τη θεατρική. Η έλλειψη αυτής της αντίθεσης κάνει αδύναμη την αφήγηση της ταινίας.

Ο Γιάννης Καραπιπερίδης, με το «Σημάδι της ζωής», παλιός γνώριμος του Φεστιβάλ, φτιάχνει μια πολύ κλασική αφήγηση. Σε κάποιες λεπτομέρειες διακρίναμε κάποια λάθη, σε σχέση με αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, σε παρόμοιες καταστάσεις. Σε γενικές γραμμές, όμως, καταφέρνει να μας βάλει στο χαρακτήρα που θέλει να αποδώσει: μια νέα γυναίκα που νομίζει ότι έχει καρκίνο του μαστού, μέχρι να πάρει τις εξετάσεις αποφασίζει να ζήσει τη ζωή της πιο έντονα. Θα λέγαμε ότι περιμέναμε από τον Καραπιπερίδη μια πιο παιχνιδιάρικη και φευγαλέα ματιά, όχι αυτή την τόσο κλασική, σχεδόν τηλεοπτική, αφήγηση.

Ένας από τους πιο παλιούς θαμώνες του Φεστιβάλ, ο Αχιλλέας Κυριακίδης, φέρνει τη «Nebraska», μια ταινία που μας εξέπληξε. Πολύ κλασική αφήγηση, ένα ζευγάρι και ο εραστής. Πολύ γρήγορα θα καταλάβουμε ότι πρόκειται για το ίδιο ζευγάρι, για ένα ερωτικό παιχνίδι. Πολύ έξυπνα χωρίζεται η ιστορία σε κεφάλαια. Η αφήγηση γίνεται ελλειπτική και μένει έτσι μέχρι το τέλος, υπονοεί και προς το τέλος γίνεται εντελώς αφαιρετική για να δομήσει τόσο τους χαρακτήρες όσο και τις ψυχολογικές καταστάσεις. Μια δυνατή επιστροφή του Κυριακίδη με μια στιβαρή ταινία. Αντίθετα, την κλασική αφήγηση, σχεδόν τηλεοπτική, βλέπουμε στους «Partners», της Ιωσηφίνας Μαρκαριάν. Το ερωτικό ζευγάρι του Έλληνα και της μετανάστριας δε θα φτάσει ποτέ εκεί που θα ήθελε ο άντρας. Αφηγηματικά οι χαρακτήρες ορίζονται με ακρίβεια, όμως δε δομούνται και οι αφηγηματικοί τους δεσμοί αδυνατίζουν σε ένα προβλεπόμενο τέλος.

Ο Ανδρέας Σιαδήμας, με την ταινία «Rosmarinus officinalis ή δεντρολίβανος ο φαρμακευτής», θέλει να μας ταξιδέψει στον ψυχικό κόσμο των κεντρικών του χαρακτήρων, ενός ζευγαριού που δεν ξέρει να βρει το δρόμο της ευτυχίας. Δεν τα καταφέρνει να μιλήσει τόσο αφαιρετικά και τόσο αυστηρά προσδιορισμένα για να ορίσει το ψυχικό και το υλικό. Κατά συνέπεια, έχουμε μια αφηγηματική ασάφεια που μένει μέχρι το τέλος. Η «Αγάπη τρυφερή», η ταινία του Γιώργου Σιούγα, ο οποίος μας είχε δώσει κάποιες υποσχέσεις με το «Ψυγείο», το 2003, φέτος θα φέρει μια ταινία που βρίσκεται ανάμεσα στο φανταστικό και το ρεαλιστικό. Δεν έχει αποφασίσει που ακριβώς. Αν και, στην αρχή, αποδίδονται οι χαρακτήρες με ακρίβεια, στη συνέχεια αποδομούνται, χωρίς να βαδίζουν σε ένα δρόμο που θα φτάσει σε μια άλλη ορισμένη δομή.

ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΠΕΤΟΥΝ;

Ο Χάρης Σταθόπουλος θα φέρει «Το άλμα», την τέταρτη ταινία του. Ένα μπουκοφσκικό κλίμα επικρατεί και θα περίμενε κανείς να υπάρξει η ανατροπή. Έχουμε έναν αλκοολικό συγγραφέα και τη φίλη του που είναι εθισμένη στα ναρκωτικά. Οι χαρακτήρες υπόγεια σκάβουν, με όργανο την αμφισβήτηση της τάξης των πραγμάτων, όμως στην ουσία δεν ανατρέπουν τίποτε. Η ταινία είναι ένα κινηματογραφικό παιχνίδι που μένει στο χώρο του επιθυμητού, χωρίς να ολοκληρωθεί.

Στο «Σούρουπο», ο Δημήτρης Στρατάκης προσπαθεί να αφηγηθεί υπαινικτικά. Το απόλυτα θεατρικό παίξιμο, στο τσακωμό του ζευγαριού, γίνεται κάπως κινηματογραφικό, όταν βλέπουμε ότι η γυναίκα έχει φύγει και τον έχει μαχαιρώσει, όμως δεν μπορεί να βρει αυτή τη δύναμη για να ολοκληρωθεί κινηματογραφικά επειδή αυτή η αντίθεση δεν έχει το χρόνο για να δηλωθεί, δηλαδή τα δύο μέρη είναι άνισα και η καταδήλωση είναι αδύνατη.

Η Βίλκα Τζουρά ζει και εργάζεται στην Αθήνα και στη Νέα Υόρκη. Έχει σπουδάσει στην Αμερική, όπου έχει κάνει δύο ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες έχουν βραβευτεί στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, και προετοιμάζει την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, για την οποία έχει πάρει υποτροφία. Ήρθε στη Δράμα με την ταινία «When fish fly», μια αξιόλογη προσπάθεια απόδοσης της μετανάστευσης. Η οικονομική μετανάστρια που έρχεται στην Ελλάδα για να βρει μια καλύτερη τύχη και η ηλικιωμένη γυναίκα που έχει εκδιωχθεί από την Κωνσταντινούπολη, αυτοί είναι οι δύο χαρακτήρες της ταινίας. Η αδύναμη πλέον γυναίκα (πολύ καλή η Κατερίνα Χέλμη σε αυτό το ρόλο) που βοηθιέται από τη νεαρή μετανάστρια βλέπει αυτή τη συμβίωση εχθρικά, στην αρχή. Στη συνέχεια, πλησιάζει ψυχολογικά την κοπέλα και γίνεται κάτι σα μάνα της. Τα ψάρια γίνονται ένα σύμβολο: αηδιάζουν τη νεαρή, αρέσουν στην ηλικιωμένη, σα σύμβολο τις μεταφέρουν, και τις δύο, σε προγενέστερο χρόνο και χώρο.  Με αυτό τον τρόπο η αφήγηση ολοκληρώνεται, αφήνοντας υπαινιγμούς και ορίζοντας με ακρίβεια τους χαρακτήρες.

Η «Σταγόνα στον ωκεανό», η ταινία των Θόδωρου Βένερη και Δημήτρη Χελιώτη, είναι μια πολύ όμορφη κατασκευή. Ένα ανιμέισιον φτιαγμένο στο χέρι, δηλαδή δεν είναι 3D ανιμέισιον, αλλά με κατασκευές στο στούντιο, που θέλει να μας αφηγηθεί την ιστορία μιας σταγόνας που πάει προς τον ωκεανό. Η αφήγηση δεν έχει δύναμη, δεν πάει κάπου, δεν ολοκληρώνεται. Μένουμε, λοιπόν, σε μια πολύ καλή κατασκευή και κινηματογράφηση.

Γιάννης Φραγκούλης

 

31ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΔΡΑΜΑΣ

Το cinemainfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στην κινηματογραφική τέχνη και τους συντελεστές της. Τα πάντα για τον κινηματογράφο. Μια δημιουργία του www.internetinfo.gr

INTERNETINFO © ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ INFO.GR