10o
Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
εικόνες
του 21ου αιώνα
7-16 Μαρτίου 2008
Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Από την Παρασκευή 7 Μαρτίου ξεκίνησαν οι εργασίες του 10ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ
Θεσσαλονίκης, το οποίο ακούει και στο υποκοριστικό «Εικόνες του
21ου Αιώνα». Στην τελετή έναρξης μίλησε η Διευθύντρια του Φεστιβάλ
Θεσσαλονίκης, Δέσποινα Μουζάκη, η οποία διαπίστωσε ότι έχει ανέβει
η ποιότητά του, αποδίδοντας τα εύσημα στον καλλιτεχνικό του διευθυντή,
Δημήτρη Εϊπίδη. Εμείς έχουμε κάποιες αμφιβολίες τις οποίες θα
αναπτύξουμε στις ανταποκρίσεις από εδώ. Για αρχή, θα έχουμε τις
αντιρρήσεις μας στη λογική του καλλιτεχνικού του διευθυντή, όπως
αυτή εκφράστηκε στην ομιλία του, στην τελετή έναρξης, αριθμώντας
τις ταινίες που έχουν προβληθεί εδώ, αυτές που έχουν κάνει πρεμιέρα
κ.λπ. Θεωρούμε ότι δεν είναι οι αριθμοί που θα μας δώσουν την
εικόνα της ποιότητας, αλλά ο χαρακτήρας αυτού του οπτικοακουστικού
προϊόντος που έχουμε μπροστά μας. Δυστυχώς, πολλές από τις ταινίες
που προβάλλονται εδώ έχουν τηλεοπτικό χαρακτήρα, ειδικά από τις
ελληνικές οι περισσότερες. Κατά συνέπεια, το Φεστιβάλ, τώρα που
μπαίνει στην εφηβεία του, θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στο τηλεοπτικό και στο κινηματογραφικό, δε γίνεται
να βαδίζει συγχρόνως σε δύο βάρκες.
Η ΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ
Με μια ταινία της Λυδίας Καρρά, «Μια ζωή μια
εποχή-Μιχάλης Κακογιάννης», ξεκίνησε το Φεστιβάλ. Δυνατό θέμα.
Ο Κακογιάννης, ανεξάρτητα με τις ενστάσεις που έχει κανείς για
το έργο του, είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για τον ελληνικό κινηματογράφο
και θέατρο. Σε αυτή την ταινία μιλάνε άνθρωποι του θεάματος,
όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, η Σαρλότ Ράμπλινγκ, ο Γιώργος Αρβανίτης,
ο Ουόλτερ Λάσαλι, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, η Κλέρ Μπλουμ και άλλοι.
Θα περιμέναμε, όμως, μια πιο διεισδυτική ματιά της Καρρά στο
έργο του μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη.
Να μπει μέσα και να ανακαλύψει το πώς έγινε
να δημιουργηθεί αυτό το κινηματογραφικό σύμπαν που ο Κακογιάννης
έφτιαξε σχεδόν από το τίποτε. Χωρίς μα σπουδάσει κινηματογράφο,
από την αρχή έκανε εκπληκτικές ταινίες που δεν είχαν να ζηλέψουν
τίποτε από τις ξένες, σε μια εποχή που ανθούσε ο φτηνός εμπορικός
κινηματογράφος στη χώρα μας, αυτός ξεκινούσε τον ελληνικό ποιοτικό
κινηματογράφο. Χωρίς καμιά υπερβολή, ο Κακογιάννης, μαζί με λίγους
Έλληνες συναδέλφους του, είναι οι πρόδρομοι του Νέου Ελληνικού
Κινηματογράφου, ο οποίος θα αναδειχθεί το 1965.
Είχα την τύχη να συνεργαστώ μαζί του, όταν
έκανα ένα μελέτημα για το έργο του και μια βιοφιλμογραφία του,
για το Φεστιβάλ της Λάρισας, όπου θα τον τιμούσαν, πριν αρκετά
χρόνια. Εκεί ανακάλυψα ότι η δύναμη της δημιουργίας του ήταν
στο να μεταφράζει το κλασικό θεατρικό κείμενο (π.χ. την Ιφιγένεια)
σε κινηματογραφικό, ακολουθώντας την θεωρία του κινηματογράφου.
Όμως στο «Ζορμπά» έχουμε τη σπουδή στις ελληνικές ρίζες, τόσο
βαθιά που φτάνει στα όρια της εθνολογίας, αλλά και ένα σενάριο
όπου όλα αυτά δραματοποιούνται και γίνονται ένα οργανικό σύμπαν.
ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
Θα ξεκινήσουμε με την ταινία της Volha Dashuk,
«11 νομίσματα» («11 coins»), μια λευκορώσικη παραγωγή που μας
δείχνει τη βιωματική πορεία ενός μετανάστη, όταν αυτός επιστρέφει,
μετά από πολλά χρόνια στην πατρίδα του. Με όμορφο και βιωματικό
τρόπο αποδίδει το φόρο τιμής όταν θάβει έντεκα νομίσματα στη
γη των προγόνων του. Η ταινία με αργούς ρυθμούς μας βάζει στο
πνεύμα αυτής της αφήγησης και τελικά ο θεατής μπορεί να βιώσει
το νόστο του μετανάστη πως μετουσιώνεται όταν αυτός επιστρέφει
και πως οι συμπατριώτες του αντιδρούν. Μια όμορφη ταινία μικρού
μήκους.
Η Enrica Colusso, σε μια γαλλο-ιταλική παραγωγή
θα μας μιλήσει για την Κολομβία και ειδικά για τον πόλεμο της
κόκας. Στην ταινία «ΑΒΓ Κολομβία» («ABC Colombia») έχουμε μια
επίπεδη αφήγηση που δεν καταφέρνει να βγάλει το συναίσθημα που
θα θέλαμε. Βλέπουμε την Κολομβία της φτώχιας, των ανισοτήτων,
της κόκας, παρατηρούμε την αντίστιξη των διαγγελμάτων του Προέδρου
της και με ότι γίνεται στην πραγματικότητα, αλλά η αφήγηση φτάνει
μέχρι εκεί. Αντίθετα η φωνή off μας βάζει όλο και πιο πολύ στην
τηλεοπτική αφήγηση και αισθητική. Το ίδιο συμβαίνει στην ταινία
της Natalie Assouline, «Οι νύφες του Αλλάχ» («Brides of Allah»),
όπου παρουσιάζονται οι νεαρές Παλαιστίνιες που είναι φυλακισμένες
λόγω του ότι αποπειράθηκαν να κάνουν μια επίθεση αυτοκτονίας,
στο Ισραήλ. Το πνευματικό στοιχείο, το οποίο υπάρχει μέσα σε
αυτό το υπαρξιακό δίλλημα, δε φαίνεται καθόλου. Δεν αναδεικνύεται
ποτέ αυτό το στοιχείο που τις ώθησαν να θυσιαστούν για την πατρίδα
και την πίστη τους. Μας μιλά, όμως, για αυτό το σημαντικό πρόβλημα
με πολύ απλό τρόπο.
Μια ταινία από την Κίνα, αυτή του Chao Gan,
«Το παιδί δεν είναι κανενός» («Nobody’s child»), θα μας μιλήσει
για τη ζωή των παιδιών των χωρισμένων οικογενειών. Τα υπαρξιακά
προβλήματα, η αγωνία να ενώσουν αυτό που έχει χωριστεί, έτσι
ώστε να ολοκληρώσουν αυτό το ταξίδι στις ρίζες τους, σε μια σύγχρονη
και σχετικά απρόσωπη Κίνα, είναι ένας γοητευτικός τόπος αφήγησης,
τον οποίο ο σκηνοθέτης δεν καταφέρνει να πιάσει όπως θα έπρεπε
και το βλέπει σχετικά επιφανειακά, προσεγγίζοντας την τηλεοπτική
αφήγηση. Αντίθετα, ο Ιάπωνας Kazuya Yamada, με την ταινία του
«Πούουτζι» («Puujee»), αποφεύγει το θαυμασμό της άγριας ζωής
του νομάδα, στη Μογγολία, αλλά, παρακολουθώντας την επαφή του
Γιοσιχάρου Σέκινο, ενός Ιάπωνα περιηγητή, με τη νεαρή Μογγόλα
και την οικογένειά της, μας βάζει μέσα στο κλίμα αυτού του τρόπου
διαβίωσης, των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν και του συναισθηματικού
τους κόσμου. Με πολύ όμορφο μοντάζ μας οδηγεί στο να βρούμε εμείς
την πεμπτουσία της αφήγησής του και να ανακαλύψουμε το ουμανιστικό
στοιχείο που αυτή κρύβει.
ΦΟΡΜΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΒΙΑ
Θα τελειώσουμε, αυτή την πρώτη παρουσίαση,
με δύο εξαιρετικές ταινίες. Η μία είναι «Η πόλη των γερανών»
(«City of cranes»), της Eva Weber, από την Αγγλία. Εδώ έχουμε
μια φορμαλιστική επεξεργασία της πραγματικότητας, μιας μεγαλούπολης
που συνεχώς φτιάχνεται και όπου οι γερανοί πρωταγωνιστούν σε
ένα υπέροχο εναέριο χορό. Γερανοί, αεροπλάνα, ψηλά κτίρια, άνθρωποι
που ανεβαίνουν σε αυτούς και δουλεύουν εκεί, όλα αυτά είναι τα
στοιχεία ενός σύγχρονου θεάματος, πολύ γοητευτικού, εξαιρετικά
όμορφου, το οποίο μας δίνει μια θεσπέσια άποψη της πόλης που
ζούμε. Βλέπουμε, στο τέλος, ότι υπάρχουν ομορφιές και στις πιο
απρόσωπες μεγαλουπόλεις, αυτές όμως οι ομορφιές χάνονται μέσα
στη γενικότερη ασχήμια, είναι αόρατες. Η ταινία είναι ένα φορμαλιστικό
ποίημα.
Η ταινία δύο Ισλανδών, του Ari Alexander και
του Ergis Magnusson, «Στην άκρη του κόσμου» («At the edge of
the world»), θα μας μιλήσει για τον ευαίσθητο παιδικό κόσμο.
Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, στην Ισλανδία, στην κοινότητα
Μπρέιδαβικ υπήρχε ένα άσυλο για παιδιά που είχαν ιδιαίτερα αποκλίνουσες
κοινωνικές συμπεριφορές. Στο άσυλο, όπου τους είχαν βάλει, βίωσαν
τη βία και το βιασμό. Αυτές οι συμπεριφορές τους σημάδεψαν και
έχουν αφήσει τα χνάρια τους μέχρι σήμερα, μεγάλοι άνθρωποι πλέον,
στην ψυχή τους. Η ταινία χρησιμοποιεί με πολύ όμορφο τρόπο τα
ντοκουμέντα, φωτογραφίες, παλιά επίκαιρα, έτσι ώστε, στο επίπεδο
του μοντάζ, φτιάχνει μια όμορφη αφήγηση, στην οποία τα διαφορετικά
επίπεδά της έρχονται σε επαφή για να μας δώσουν μια τρίτη, μια
άλλη έννοια που γεννιέται ασυναίσθητα στο θεατή, μέσα από το
αϊζενσταϊνικό ιδεολογικό μοντάζ. Πολύ καλή εργασία που μας αποζημίωσε
και μας έδειξε, ακόμη μια φορά, τη γοητεία του ντοκιμαντέρ, όταν
αυτό γίνεται κινηματογραφικό.
Γιάννης Φραγκούλης
Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
10ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ