ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.
ΑΡΧΙΚΗ | ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ | ΤΑΙΝΙΕΣ | ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ | ΗΘΟΠΟΙΟΙ | ΝΕΑ
ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Η ΑΦΙΣΣΑ ΤΟΥ 49oυ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

 

49o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το Σάββατο ξεκίνησαν, ουσιαστικά οι προβολές στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και από τις πρώτες ημέρες το βάρος δόθηκε στις ελληνικές ταινίες, οι οποίες είχαν να μας παρουσιάσουν κάτι το ιδιαίτερο, από το ξεκίνημα κιόλας του Φεστιβάλ.

 

Ας κάνουμε όμως μια σύνδεση (ρακόρ, στην κινηματογραφική ορολογία) με την πόλη της Θεσσαλονίκης, τουλάχιστον αυτό το μικρό τμήμα της που προλαβαίνουμε να δούμε στο γρήγορο πέρασμά μας από την πλατεία Αριστοτέλους προς τα λιμάνια. Ο επισκέπτης θα συναντήσει, πηγαίνοντας προς το λιμάνι, από την “παραλιακή”, μια κατασκευή προφανώς του Δήμου ή της Νομαρχίας της Θεσσαλονίκης. Μια γυάλινη πλάκα, στην οποία πέτρες έχουν κολληθεί και σχηματίζουν ένα ψάρι. Τι άραγε να θέλει να συμβολίσει ο καλλιτέχνης; Ότι η σιωπή (των ψαριών) θα είναι πλέον η αποδεχτή συμπεριφορά των υπηκόων του Νομάρχη και του Δημάρχου στα έργα τους της καταστροφής της πόλης και του φυσικού της περιβάλλοντος; (Για να δεχτούμε το “ψάρι” σαν το σύμβολο των χριστιανών δύσκολο το βλέπουμε, αν και στην τρέλα της νεοορθοδοξίας, η οποία έχει κατακτήσει και τη Θεσσαλονίκη του Ψωμιάδη, όλα είναι πιθανά.)

Εμείς θα αναφέρουμε, όπως έχουμε πει και στο εισαγωγικό σημείωμα των ανταποκρίσεων για αυτή τη διοργάνωση του Φεστιβάλ, όχι μόνο στις ταινίες, αλλά και όσα προβλήματα βλέπουμε, με την ελπίδα να λυθούν κάποτε και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης να φτάσει στην τελειότητα, σπάζοντας τη σιωπή των ψαριών. Ένα πρώτο θέμα είναι το πιάνο. Ένα πιάνο που έχει στρογγυλοκαθήσει μπροστά στην οθόνη της αίθουσας Παύλος Ζάννας και εμποδίζει τους θεατές που κάθονται στα μπροστινά αριστερά καθίσματα να βλέπουν τους ηλεκτρονικούς υπότιτλους. Γιατί άραγε; Ποιος ο ρόλος του; Προετοιμάζεται κανένα κονσέρτο ή κάποιος το ξέχασε εκεί; Μήπως θα πρέπει κάποιος να φροντίσει να το μαζέψει;

ΟΡΙΑΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ

Ο Αντώνης Καλογιάννης έρχεται στο Φεστιβάλ με την πρώτη του ταινία, “Προς το παρόν”. “Άλλος για δήλωση;”, αυτό μπορεί να ήταν το μότο της ταινίας. Κομμάτια αφήγησης, παρεμβάσεις ανθρώπων που τυχαία (;) βρέθηκαν εκεί, έτσι τουλάχιστον δείχνει η ταινία, ασύνδετα μεταξύ τους κάνουν μια ταινία που προσπαθεί στο τέλος της να φτιάξει έναν αφηγηματικό κορμό. Είναι πολύ αργά. Ο θεατής έχει χαθεί σε ένα πέλαγος αφηγηματικών νησίδων που δε συνδέονται μεταξύ τους, δεν υπάρχει ούτε η ιδεολογική σύνδεση, δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τις (ομολογουμένως καλές) προθέσεις του σκηνοθέτη. Σε εμάς μας μετέφερε στο “Θεώρημα”, του Παζολίνι, αλλά χωρίς να έχει τίποτε από τον ιδεολογικό κορμό της αφήγησής του. Θα περιμένουμε, στην επόμενη ταινία του, να έχει δουλέψει καλύτερα την αφήγησή του και να μας δώσει μια ολοκληρωμένη ταινία.

Η Ελένη Αλεξανδράκη έρχεται με την ενδέκατη ταινία της. “Ο αρσιβαρίστας και ο Άγγελος” είναι η δεύτερη ταινία της με θέμα και με αφηγηματικό φόντο τη Νίσυρο. Δεν ξέρω γιατί η σκηνοθέτης επιμένει να ασχολείται τόσο πολύ με τη Νίσυρο και τον Παπαδιαμάντη, εγείρεται όμως ένα σοβαρό θέμα. Αυτή η ταινία βασίζεται στον Παπαδιαμάντη και εμπλέκονται στοιχεία από μια νισυριανή λογοτέχνιδα. Όμως ο Παπαδιαμάντης δεν είναι ρεαλιστής και δεν μπορεί εύκολα να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με ρεαλιστικό τρόπο. Έχουμε να κάνουμε περισσότερο με τον ποιητικό ρεαλισμό, άρα με μια αμφισβήτηση της πραγματικότητας. Αυτό εν μέρει το πετυχαίνει σε αυτή την ταινία της, περισσότερο από την προηγούμενη, “Η νοσταλγός”. Θα περιμέναμε όμως μια αφήγηση που θα μας έδειχνε άλλους δρόμους, τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, ένα βλέμμα για το μέλλον. Προσπαθεί να ταιριάξει όλα αυτά με το ηφαιστειακό δρώμενο, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Εκεί η αφήγησή της χάνει το στόχο της και αδυνατεί να ηθογραφήσει, τουλάχιστον όσο θα ήθελε η σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Οι χαρακτήρες της χάνουν μέρος από το αφηγηματικό τους φορτίο και έχουμε μια αφήγηση στην επιφάνεια νεοελληνικής πραγματικότητας και όχι στο βάθος της.

Με το θέμα της εξορίας στη “Μακρόνησο”, ασχολούνται οι Εύη Καραμπάτσου και Ηλίας Γιαννακάκης. Προέρχονται και οι δύο από το χώρο της ταινίας μικρού μήκους με αξιόλογες δουλειές. Τη Μακρόνησο σαν τόπο εξορίας το γνωρίζουμε όλοι. Μια επιπλέον αναφορά σε αυτή θα ήταν ανούσια, εδώ. Μαζεύουν και οι δύο μαρτυρίες από αγωνιστές που έχουν ζήσει στην κόλαση της εξορίας, αναφέρονται στη ζωή τους που έχει καταστραφεί από αυτούς τους διωγμούς και σχηματίζουν το ιδεολογικό χάρτη των διώξεων, αμέσως μετά από την απελευθέρωση από τους Γερμανούς και τον εμφύλιο πόλεμο. Κάνει θετική εντύπωση η αντικειμενική προσέγγιση του θέματος, έχουμε έτσι την απουσία του εύκολου συναισθηματισμού και μια “αντικειμενική” προσέγγιση της ιστορίας. Μόνο για αυτή την προσπάθεια αξίζει κάποιος να δει την ταινία.

ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μια ταινία πάλι με Αλβανούς; Δυστυχώς για την ταινία “Το βουνό μπροστά”, του Βασίλη Ντούρου,  μπορούμε να κάνουμε αυτή την ερώτηση ξανά, ενώ την είχαμε αποφύγει στον “Eduart”, της Αγγελικής Αντωνίου. Τι έχει να προσθέσει στην προβληματική της συμβίωσης των Ελλήνων με τους Αλβανούς; Ο Ντούρος μας αφηγείται τα προβλήματα των ντόπιων, στην Ήπειρο, με έναν Αλβανό βοσκό που δουλεύει στην περιοχή τους. Δύσκολη η συμβίωση, μικρή η κοινωνία, ο ρατσισμός είναι μια αποκρουστική μορφή άμυνας. Ο σκηνοθέτης πολύ σωστά καταδικάζει το ρατσισμό και τις διώξεις αθώων ανθρώπων, όμως ο αφηγηματικός του κορμός είναι πολύ αδύναμος. Δεν καταφέρνει να αναδείξει την παγκοσμιότητα αυτού του προβλήματος, αν και η αφήγησή του είναι μέσα στα ηθικά και πολιτικά πλαίσια. Υπάρχουν πολλές υπερβολές που αδυνατίζουν τη δύναμη της αφήγησης σε ένα πρόβλημα που είναι υπαρκτό και φλέγον, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Αντίθετα εκτός οποιασδήποτε πραγματικότητας είναι η ταινία του Θανάση Αντωνίου, “Deep end”. Η δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη προσπαθεί να είναι ένα θρίλερ, χωρίς να το καταφέρνει. Προσπαθεί να είναι μια ερωτική ταινία, αλλά μπλέκεται στις υπερβολές. Τελικά το σενάριο χάνεται μέσα στον αισθησιασμό που μακάρι να ήταν πορνό. Αλλά ούτε αυτό δεν είναι. Η παραγωγή κάνει φιλότιμες προσπάθειες να προσεγγίσει τα χολιγουντιανά πρότυπα, όμως η σκηνοθεσία και το σενάριο της κόβουν το δρόμο. Δεν μπορέσαμε να ξεχωρίσουμε την ερμηνεία κάποιων ηθοποιών, δεν ήταν μόνο η ανυπαρξία αφηγηματικών δομών, αλλά και ανικανοτήτων των ίδιων να ενσαρκώσουν στοιχειωδώς ένα χαρακτήρα. Ειδικά ο Κώστας Σόμμερ και η Μαρία Κορινθίου ήταν από τις πολύ άσχημες επιλογές του σκηνοθέτη.

Θα κλείσουμε με την ταινία “Without”, του Αλέξανδρου Αβρανά. Ο σκηνοθέτης δεν έχει σπουδάσει κινηματογράφο, αλλά γλυπτική, κάνοντας μεταπτυχιακές σπουδές στο Βερολίνο. Αυτή είναι η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, μετά από τρεις ταινίες μικρού μήκους και δύο ντοκιμαντέρ. Εδώ έχουμε μια πραγματεία πάνω στην έλλειψη επικοινωνίας, στη σύγχρονη κοινωνία, στην αποξένωση του ατόμου και στην αλλοτρίωση του. Ο Αβρανάς συνθέτει πολύ ευρηματικά το κάδρο του. Φτιάχνει μια παράδοξη σύνθεση και με αυτό τον τρόπο συμβολίζει αυτό τον ψυχισμό των ηρώων του. Σε αυτή την κατεύθυνση τα καταφέρνει τέλεια. Η ατμόσφαιρα αποτυπώνεται με ακρίβεια, μέσα στο πλαίσιο ενός φορμαλισμού. Η φόρμα και το μήνυμα ταυτίζονται, είναι το ένα μέσα στο άλλο, δεν μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει. Η δυσκολία είναι στην απόδοση του σήμερα.

Εδώ έχουμε δύο διαφορετικές επιλογές: είτε θα έπρεπε να χειριστεί το μοντάζ του με διαφορετικό τρόπο είτε θα έπρεπε να κάνει τις αναγωγές των συμβόλων. Στην πρώτη περίπτωση θα είχαμε, κόβοντας κάποια κομμάτια, μια ταινία μικρού μήκους με γρήγορο ρυθμό που θα άρθρωνε το λόγο της, χωρίς να μπορεί να δομήσει με ακρίβεια τους χαρακτήρες της. Στη δεύτερη περίπτωση, για την οποία ενδιαφερόμαστε περισσότερο, θα είχαμε αναγωγές των συμβόλων σε αξίες που θα οδηγούσαν από το παρελθόν στο σήμερα. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα αναφέρουμε τις ταινίες του Γκριναγουέι ή του Τζάρμαν, θέλουμε να πούμε ότι ένα σύμβολο θα έπρεπε να έχει συγκεκριμένες αναγωγές σε σημερινές ηθικές αξίες, όπως το τούνελ που μπορεί να είναι ένα σημερινό αρχιτεκτονικό δομικό στοιχείο, έχει να κάνει όμως με αστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία του παρελθόντος που τα χρησιμοποιούσαν είτε για προστασία είτε για στρατοπέδευση. Υπάρχουν αναρίθμητα τέτοια σύμβολα στην ταινία. Αυτές οι αναγωγές φέρνουν στο νου τις ψυχολογικές καταστάσεις εκείνης της εποχής με αυτές της σημερινής, άρα γίνεται μια σύγκριση του τότε με το σήμερα και, επομένως, μια κριτική στη σημερινή αστική κοινωνία. Αν η ταινία είχε αυτή τη δόμηση θα μιλούσαμε για ένα αριστούργημα μη κλασικής κινηματογραφικής αφήγησης. Κρατάμε όμως αυτή την ταινία σαν ένα δείγμα του Αβρανά, ελπίζοντας να μας δώσει πολύ σύντομα κάτι καινούργιο, βλέποντας, τελικά, σε αυτόν ένα ταλέντο της εθνικής μας κινηματογραφίας.

ΟΙ ΞΕΝΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Θα ξεκινήσουμε με την ταινία “Σούλτες” (“Shultes”), του Bakur Bakuradze, ρώσικη παραγωγή. Ο σκηνοθέτης κατάγεται από τη Γεωργία, ζει, εδώ και ένα χρόνο στη Ρωσία, όπου σκηνοθετεί, κυρίως ντοκιμαντέρ. Αυτή είναι η πρώτη του ταινία, η οποία έχει κάνει αίσθηση στη Ρωσία, έχει βραβευτεί σε Φεστιβάλ και έχει πάρει το δρόμο της σε διάφορα Φεστιβάλ, σε όλο τον κόσμο. Εδώ προβλήθηκε στο τμήμα Ημέρες Ανεξαρτησίας και συνεχίζει για την Πορτογαλία, όπου είναι στο διαγωνιστικό τμήμα. Παρακολουθούμε τη ζωή ενός περιθωριακού τύπου, πρώην αθλητή, ο οποίος είχε ένα ατύχημα, μια επίθεση αγνώστων που του άφησε μια μερική αμνησία και μια τάση για απομόνωση. Γίνεται πορτοφολάς και μικροεγκληματίας. Κλέβει πορτοφόλια και κλειδιά αυτοκινήτων, βοηθώντας στην κλοπή των αυτοκινήτων. Ένα από τα θύματά του πεθαίνει, λόγω της απελπισίας του, μετά από την κλοπή. Ο θάνατος της μάνας του του δημιουργεί άλλα αδιέξοδα που τον οδηγούν στο να καταδικάσει ο ίδιος τον εαυτό του. Προβλέπει και προλέγει το θάνατό του, απαντώντας, σε σχετική ερώτηση στο γιατρό, με λανθασμένο τρόπο για το πως έγινε το ατύχημά του. Έτσι έχουμε μια λύση της τραγωδίας, βλέποντάς το από μια αριστοτελική ματιά.

Μια τυπική ιρανική αφήγηση βρίσκουμε στην ταινία “Τόσο απλά” (“Be hamin sadegi”), του Reza Mir Karimi. Εδώ μια Ιρανή είναι θύμα της κακομεταχείρισης του συζύγου της. Στρέφεται εναντίον αυτού και του παιδιού της. Αυτό της δημιουργεί άγχος και μελαγχολία. Αυτό το ψυχολογικό αδιέξοδο θα σταματήσει να υπάρχει όταν θα βοηθήσει μια γειτόνισά της στην προετοιμασία ενός γάμου. Όμορφη ταινία, πολυβραβευμένη, επιτυχία στο Ιράν, προβλήθηκε στις Ημέρες Ανεξαρτησίας.

Θα τελειώσουμε με την ταινία “Φιλιά” (“Kisses”), του Lance Daly. Συμπαραγωγή Ιρλανδίας και Σουηδίας, αυτή η ταινία απεικονίζει με πολύ όμορφο τρόπο τη βία και ότι αυτή συνεπάγεται στα μικρά παιδιά. Ο κόσμος των μεγάλων συγκρούεται με αυτό των μικρών και από εκεί βγαίνει η καταπίεση, η μιζέρια και η αλλοτρίωση που μεταφέρεται στην κοινωνία από γενιά σε γενιά. Εδώ έχουμε τον απόλυτα συμβολοποιημένο κόσμο που έχει άμεσες και προφανείς αναγωγές στη σημερινή εποχή. Έτσι αυτά τα συναισθήματα μπορεί να εξετασθούν και με ένα διαχρονικό τρόπο.

ΚΑΦΕΔΕΣ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΑ

Από τα τσιγάρα στην ταινία “Without”, τα οποία ήταν πολλά, μεταφερόμαστε στους καφέδες και τα τσιγάρα στην αποθήκη Γ. Εκεί μαζευόμαστε λίγο για να χαλαρώσουμε, να συναντήσουμε κάποιο γνωστό ή να κάνουμε μια γνωριμία που θα μας βοηθήσει στο μέλλον. Αυτό είναι ένας σημαντικό στοιχείο του Φεστιβάλ, και κάθε Φεστιβάλ, στο οποίο θα αναφερθούμε σε επόμενη ανταπόκρισή μας.

Γιάννης Φραγκούλης

49ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το cinemainfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στην κινηματογραφική τέχνη και τους συντελεστές της. Τα πάντα για τον κινηματογράφο. Μια δημιουργία του www.internetinfo.gr

INTERNETINFO © ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ INFO.GR