Το τσεκούρι
ΕΝΑ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ

Τι κάνει ένας εργαζόμενος όταν έχει απολυθεί από τη δουλειά του; Η πιο εύκολη απάντηση είναι ότι ψάχνει να βρει μια άλλη. Και μάλιστα το συντομότερο δυνατό. Αν όμως δεν μπορεί να βρει κάτι μέσα σε δύο ή τρία χρόνια; Η απόγνωση δεν τον κυριεύει; Τότε τι γίνεται; Αυτά είναι μόνο κάποια από τα ερωτήματα που δημιουργούνται σε όποιον ασχολείται με αυτό το θέμα. Σίγουρα είχαν απασχολήσει και τον Κώστα Γαβρά όταν ετοίμαζε τη ταινία του, «Το τσεκούρι» («Le couperet»), 2005.
Η ιστορία είναι πολύ απλή: Ένα επιστημονικό στέλεχος σε μια βιομηχανία χαρτιού απολύεται όταν αυτή η εταιρεία έχει συγχωνευθεί με μια άλλη και έχει μεταφέρει τις επιχειρηματικές δραστηριότητές της αλλού, σε άλλη χώρα. Η ιστορία είναι γνωστή και, εδώ και αρκετά χρόνια, απασχολεί το διεθνή τύπο. Μετά από πολλές προσπάθειες καλοβλέπει μια θέση σε μια εταιρεία που λέγεται Arcadia (που μπορεί να φέρνει στον τόπο καταγωγής του σκηνοθέτη, στην Αρκαδία). Υποστηρίζει ότι αυτή η εταιρεία είναι καλή και θέλει να πιάσει τη θέση. Κατά συνέπεια, προσπαθεί να εξοντώσει τους άλλους υποψήφιους έτσι ώστε να είναι ο μοναδικός που θα την πάρει. Φτάνει στο σημείο να σκοτώσει τους μνηστήρες της, αφού έχει φτάσει στην απόλυτη παράνοια.
Είναι απίθανο; Είναι μια παρατραβηγμένη ιστορία; Μήπως κάποιες από τις περιπτώσεις αυτών που είχαν αυτοκτονήσει είχαν αιτία τους τις μαζικές, σε πολλές περιπτώσεις, απολύσεις; Μήπως είχαν γίνει και κάποιοι φόνοι με αυτή την αιτία; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα θετικά στην τελευταία ερώτηση, αλλά όσον αφορά στις άλλες έχουμε στοιχεία που μας δείχνουν ότι μια αιτία των αυτοκτονιών είναι και οι μαζικές απολύσεις. Τότε μπορούμε να πούμε ότι «είναι έγκλημα» αυτό που γίνεται, όπως ο Γαβράς βάζει αυτά τα λόγια σε έναν από τους χαρακτήρες του που αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για μια μαζική δολοφονία σχεδιασμένη από λίγους ανθρώπους, από αυτούς που έχουν σχεδιάσει την ανάπτυξη της οικονομίας τα τελευταία 20 χρόνια.
Η παράνοια ελλοχεύει στο μυαλό του καθενός. Η ανικανότητα να δώσει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα που το βασανίζουν, (Ποιος φταίει; Είμαι ανίκανος; Που θα πάμε; κ.λπ.), είναι ένας πολύ κακός σύμβουλος. Ο ίδιος χαρακτήρας όταν συνομιλεί με τον πρωταγωνιστή θα πει ότι αντί να σκοτώνουν τους γέρους και τους ανίκανους, εξολοθρεύουν τα ικανά στελέχη. Φτάνουμε λοιπόν στη λογική της αλληλοεξόντωσης μεταξύ των ανθρώπων, σε μια παράνοια που μπορεί να οδηγήσει σε έναν κατά συρροή δολοφόνο ή σε έναν αυτόχειρα. Με άλλα λόγια αν κάποιος δεν αντέχει να γίνει ενεργητικός, έστω και με τον άρρωστο αυτό τρόπο, τότε στρέφει το όπλο του εαυτού του.
Από την άλλη μεριά έχουμε το μηχανισμό καταστολής. Εδώ ο Γαβράς δείχνει σαφέστατα την ανικανότητα αυτού του μηχανισμού. Ο στόχος του είναι να κανονίζει έτσι ώστε αυτή η κοινωνία να λειτουργεί με τον πιο σωστό τρόπο. Ουσιαστικά όμως υπηρετεί, ή θέλει να υπηρετεί, την άρχουσα τάξη. Αυτή η σχάση μέσα στον κατασταλτικό μηχανισμό δημιουργεί την ανάγκη να αφήσει κάποια πράγματα ως έχουν, να μην κάνει καλά τη δουλειά του και να κλείσει ένα φάκελο όταν βρεθεί μια κάποια πιθανή λύση. Να είναι ουσιαστικά αναποτελεσματικός.
Ένας τρίτος πόλος είναι η αντίδραση αυτών που έχουν βολευτεί, είτε ανήκουν στη μεσαία τάξη είτε στην άρχουσα. Πολύ εύκολα χαρακτηρίζουν τους άλλους ότι είναι βλάκες και ανίκανοι, μέχρι βέβαια να φτάσουν στη θέση τους. Δίπλα τους βρίσκονται αυτοί που αδυνατούν να δουν το πρόβλημα σε όλη του την έκταση, περιορίζονται στην οικολογική ανησυχία και αδυνατούν να δουν την πολιτική όψη αυτού του προβλήματος. Η αλλοτρίωση και αποπροσανατολισμός αποτυπώνεται σε όλη του τη διάσταση.
Σχεδόν με χολιγουντιανό τρόπο, ο Κώστας Γαβράς ακολουθεί τη λογική των παραγωγών του, από το «Ζ» (1969) και μετά. «Ο αγνοούμενος» (1982), το «Mad city» (1997) και το «Αμήν» (2002) είναι κάποια από τα παραδείγματα. Η λογική αυτή θέλει η παραγωγή να δίνει ένα φιλμικό αποτέλεσμα οικείο στο θεατή, τόσο που αυτός να γοητευτεί από την καλή παράθεση των εικόνων και να κοινωνήσει το μήνυμα πιο εύκολα.
Το επιτυγχάνει με πολύ όμορφο τρόπο. Μόνο που η βία παρουσιάζεται πιο όμορφη παρά με την απαίσια μορφή που παίρνει στο κοινωνικό σώμα όταν εξασκείται από τον οποιοδήποτε. Κατά κάποια έννοια, ή σύμφωνα με την αντίθετη λογική, αυτός ο τρόπος παραγωγής οδηγεί σε μια λατρεία της φόρμας ή σε μια αγάπη για την ομορφιά αυτής της μορφής της βίας που μπορεί να οδηγήσει σε μια λατρεία προς την ίδια τη βία.
Δεν παύει αυτή η ταινία, πάντως, να μας ενδιαφέρει και να μας προβληματίζει όσον αφορά σε αυτό το πρόβλημα. Αφήνει, στο τέλος, ένα παράθυρο για να δείξει ότι αυτός ο χαρακτήρας που πρωταγωνιστεί δεν είναι παρά ένα σημείο ενός κύκλου βίας (κρατικής αυτή τη φορά, όπως την είχε προσδιορίσει ο Πουλαντζάς) που επαναλαμβάνει τις βίαιες πράξεις και γεννά τις επόμενες για να δομήσει τελικά ένα κράτος βίας μέσα στον ιμπεριαλισμό.
Γιάννης Φραγκούλης
ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ
|