ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.
ΑΡΧΙΚΗ | ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ | ΤΑΙΝΙΕΣ | ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ | ΗΘΟΠΟΙΟΙ | ΝΕΑ
ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

ΠΙΣΩ

ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΑΙΝΙΕΣ Μια συνέντευξη σε πρώτο ενικό. Αποχαιρετιστήρια;

Η Δήμητρα Οικονόμου συζήτησε με το Νίκο Νικολαΐδη, στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια του 46ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το Νοέμβριο του 2005, όπου προβλήθηκε η τελευταία ταινία του «The zero years»

«Οι δικές μου οι ταινίες είναι σχέδια πάνω στις ταινίες που ήθελα πραγματικά να κάνω. Γιατί ποτέ δεν είχα τα χρήματα που χρειαζόμουνα για να κάνω μία ταινία»Ν.Ν.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (Δ.Ο.): Επανέρχεσαι το 2005 με την ταινία “The zero years” η οποία αποτελείται από….. ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ (Ν.Ν.): Πρόκειται για την τριλογία που αποτελούν οι ταινίες μου “Ευρυδίκη”, “Πρωινή περίπολος” και κλείνει σήμερα με το “The zero years”. Τώρα αυτές τις παίρνεις και τις βάζεις με όποια σειρά θέλεις.. Ανάλογα με το πώς το βλέπεις.

Δ.Ο.: Υπάρχουν αναφορές στις προηγούμενες ταινίες σου πράγμα που φαίνεται από την πρώτη στιγμή. Ν.Ν.: Ναι, υπάρχουν αναφορές σε όλες μου τις ταινίες. Είναι η επιτομή του έργου μου αυτή. Είστε μάλλον οι πρώτοι που το μαθαίνετε, ότι μ’αυτή την ταινία λέω αντίο στον κινηματογράφο. Δεν μ’ενδιαφέρει πια ο κινηματογράφος. Κουράστηκα και θέλω να κάνω άλλα πράγματα

Δ.Ο.: Δεν το πιστεύω και δεν θέλω να το γράψω αυτό. Ν.Ν.: Να το γράψεις γιατί είναι αλήθεια. Κουράστηκα πια.

Δ.Ο.: Να υποθέσουμε ότι δεν έχεις να πεις κάτι καινούριο; Κάποιοι λένε ότι επαναλαμβάνεσαι… Ν.Ν.: Πιστεύεις ότι αυτό που έκανα δεν είναι κάτι καινούριο επειδή έχει όλες αυτές τις αναφορές; Δεν έγινε τίποτα επίτηδες, Έτσι μου βγήκε το σενάριο κι έτσι το άφησα. Για όσους λένε ότι επαναλαμβάνομαι, έχω να πω ότι αυτές είναι οι εύκολες ρετσέτες. Υπάρχουν σκηνές που νομίζουν ότι τις έχουν ξαναδεί. Π.χ. η σκηνή στο παράθυρο όπου η κοπέλα κοιτάζει με το τηλεσκόπιο στο δρόμο, λένε ότι θυμίζει έντονα «Γλυκιά συμμορία». Εγώ θα έλεγα να προσέξουν καλύτερα, τι κοιτάζει η κοπέλα στη μία ταινία και τι κοιτάζει στην άλλη. Εκεί είναι η διαφορά. Εδώ, στο «The zero years», μιλάμε πια για τη decadence της «νέας τάξης» η οποία έρχεται καλπάζουσα. Το γεγονός ότι υπάρχουν εκεί μέσα κάποιες γυναίκες οι οποίες νοιώθουν ότι η ύπαρξή τους έχει τελειώσει επειδή οι κάμερες δεν τις παρακολουθούν, δεν μας λέει κάτι καινούριο; Αυτές οι γυναίκες νοιώθουν να είναι ένα τίποτα επειδή δεν αξίζουν καν την παρακολούθηση. Δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Δ.Ο.: Τι σημαίνουν αυτές οι γυναίκες; Ν.Ν.: Νομίζω ότι ο συμβολισμός είναι προφανής και δεδομένου ότι πρόκειται για μια γυναικεία ταινία θα ήθελα να μου πεις εσύ τι κατάλαβες.

Δ.Ο.: Αν και αντιστρέφουμε λίγο τους όρους, κανονικά εγώ ρωτάω κι εσύ απαντάς, θα μπω σ’αυτό το παιχνίδι και θα σου πω ότι βλέπω μια ολόκληρη κοινωνία σε πλήρη καταστολή. Ν.Ν.: Πολύ ωραία. Είναι σημαντικό για μένα να βλέπω ότι κάποια πράγματα που είχα στο μυαλό μου περνάνε προς τα έξω.

Δ.Ο.: Για να επανέλθουμε όμως στο κανονικό ρυθμό της συνέντευξης, έρχομαι να ρωτήσω: «Ποιος ελέγχει αυτή την κοινωνία;». Ν.Ν.: Στην ουσία, αυτή η κοινωνία αυτοελέγχεται. Αυτό όπως το καταλαβαίνει ο καθένας, Η δική μου δουλειά είναι να αποτυπώνω, να αποκαλύπτω, να ανοίγω παράθυρα. Από κει και πέρα ο καθένας θα δώσει τη δικιά του απάντηση. Δεν είμαι δάσκαλος.

Δ.Ο.: Τελικά δεν σ’ενδιαφέρει αν εγώ ή ο κάθε θεατής πήραμε το μήνυμα; Ν.Ν.: Και βέβαια μ’ενδιαφέρει. Κι όταν μου λες ότι βλέπεις αυτή την κοινωνία σε καταστολή, καταλαβαίνω ότι πήρες το μήνυμα. Με αυτή τη φράση τα είπες όλα.

Δ.Ο.: Για να πάμε λίγο παρακάτω στην ταινία, θα έλεγες ότι υπάρχει ένας Big Brother ο οποίος θέλει να ελέγξει μια κατάσταση αλλά δεν μπορεί; Ν.Ν.: Νομίζω ότι έχουμε φτάσει πια σε ένα άλλο είδος καταστολής το οποίο δε γνωρίζουμε αλλά έρχεται και το οποίο δεν χρειάζεται καν παρακολούθηση. Η καταστολή έχει επιτευχθεί.

Δ.Ο.: Στην «Πρωινή περίπολο» βλέπουμε ότι οι ήρωες καταφέρνουν να περάσουν το ποτάμι. Σήμερα, οι ηρωίδες σου πηγαίνουν προς τη θάλασσα αλλά δεν καταφέρνουν να την περάσουν. Ν.Ν.: Αυτή είναι η διαφορά της σημερινής κοινωνίας όπως την καταγράφω. Κι εδώ υπάρχει και το ειρωνικό στοιχείο, όταν λένε «τι ωραία που είμαστε πάλι όλες μαζί».

Δ.Ο.: Υπάρχει διάχυτη μία αίσθηση ηττοπάθειας δηλ. εδώ είμαστε, έτσι είναι τα πράγματα και ζούμε τη νέα κατάσταση χωρίς να πιστεύουμε ότι υπάρχει μέλλον. Ν.Ν.: Υπάρχει αυτή η αίσθηση αλλά αυτό δε σημαίνει ότι εγώ δέχομαι αυτή την ηττοπάθεια. Όταν ένα πράγμα το ονομάζεις και το βγάζεις προς τα έξω, με όποιο τρόπο μπορεί ο κάθε καλλιτέχνης, σημαίνει ότι έχει αντιληφθεί και διαμαρτύρεται κι αυτό το καταθέτει. . Όταν λέμε ότι δεν έχουμε μέλλον στην ουσία ζητάμε μέλλον.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΕΝΑ ΡΟΛΟ

Δ.Ο.: Άρα διεκδικούμε κάτι σαν κοινωνία. Αφήνεις ένα παράθυρο ανοιχτό…. Ν.Ν.: Βεβαίως. Και η ταινία με την ύπαρξή της κι αυτή κάτι διεκδικεί. Μας λέει κοιτάξτε, αυτό συμβαίνει, δώστε απαντήσεις εσείς, προχωρήστε… Όσον αφορά στο παράθυρο, αυτό είμαστε εμείς που κάναμε αυτή την ταινία. Αυτή η ταινία δε γυρίστηκε μ’ένα τρόπο επαγγελματικά κινηματογραφικό. Έγινε από μια γκρούπα ανθρώπων οι οποίοι πληρώθηκαν από τίποτα έως ελάχιστα μόνο και μόνο γιατί αγαπούσαν τον κινηματογράφο κι αυτό το συγκεκριμένο που έκαναν. Ακόμα κι αυτοί που εγώ ονομάζω «κτηνώδεις ηχολήπται και ηλεκτρολόγοι», καταθέσανε την ψυχή τους. Η ταινία ήταν πάμφθηνη και για να γυριστεί έπρεπε να υπάρχει ευελιξία στο να λύνονται γρήγορα τα διάφορα πρακτικά ζητήματα κι αυτό μόνο άνθρωποι που αγαπούσαν το αντικείμενο θα μπορούσαν να το κάνουν, επενδύοντας από το χρόνο τους ή το μισθό που θα έπαιρναν σε μία κανονική παραγωγή.

Δ.Ο.: Οι δύο άντρες που έρχονται να κάνουν ανακρίσεις για την εξαφάνιση του πελάτη, τελικά τα βρίσκουν σκούρα με τη γυναίκα η οποία είναι επικεφαλής στο χώρο. Ν.Ν.: Δεν τα βρίσκουν καθόλου σκούρα. Η κοπέλα διαμαρτύρεται γιατί όπως λέει, είναι εκεί για να δίνει ξύλο κι όχι να τρώει και κατά συνέπεια ο ανακριτής παρεμβαίνει στη δουλειά της.

Δ.Ο.: Ποιος είναι ο ρόλος που αναγνωρίζεις εσύ στη γυναίκα ειδικά σε μια τέτοια εντελώς decadence κοινωνία; Ν.Ν.: Δεν υπάρχουν πια ρόλοι και πρέπει να ξαναμοιραστούν. Η γυναίκα διεκδικεί ένα ρόλο σ’αυτή την κοινωνία όπως και στην ταινία όπου μάλιστα το διεκδικεί και παρά φύση γιατί είναι στειρωμένη. Πιστεύω ότι έχουν παρερμηνευτεί οι γυναικείοι ρόλοι στις ταινίες μου. Οι γυναίκες είναι από πάνω και συνήθως τα κανονίζουν όλα. Εγώ τη γυναίκα τη θεωρώ σύντροφο και με ίσα δικαιώματα στη δολοφονία με τον άνδρα. Μπορεί να υπήρξε ο ρόλος της Ρόζας στη «Γλυκιά συμμορία» που ήταν αντικείμενο σεξουαλικής λατρείας αλλά υπήρχαν και δύο άλλες γυναίκες που κανόνιζαν τα πράγματα.

Δ.Ο.: Στο τέλος όμως και στη «Γλυκιά συμμορία» και στην «Πρωινή περίπολο» και στο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα», ενώ η γυναίκα κουβαλάει όλο το βάρος της ταινίας και καθοδηγεί και τα φέρνει όλα εις πέρας, ο άνδρας αναλαμβάνει τις ευθύνες του και η γυναίκα φεύγει. Ν.Ν.: Η γυναίκα φεύγει γιατί πρέπει να συνεχίσει, να ξανακάνει και άλλους ήρωες. Αυτή είναι μία σοφή κουβέντα που είχε πει ο Γιάννης Αγγελάκας ότι «η γυναίκα φεύγει γιατί πρέπει να πάει να φτιάξει μαχητές. Εμείς εδώ θα φαγωθούμε».

Δ.Ο.: Τι σημαίνουν τα παιδάκια με τα άσπρα και μαύρα παλτουδάκια στο «The zero years»; Ν.Ν.: Μη στέκεσαι σ’αυτό. Μερικά πράγματα βγαίνουν έτσι και δεν εξηγούνται. Μπορεί να έχουν αλλά και να μην έχουν σημασία. Πάντως να έχετε υπόψη ότι σ’αυτή την ταινία δεν έχει περάσει ούτε ένα επεισόδιο που να μην είναι βιωμένο από εμένα και από πρώτο χέρι. Δηλαδή, η γυναίκα με τις εξωσωματικές γεννήσεις, για παράδειγμα, υπάρχει και δε βγαίνει απ΄ το μυαλό μου. Και η κοινωνία αυτή, από το 1935 μέχρι σήμερα, ότι βλέπουμε στην ταινία, τα έχει περάσει. Κι όλες αυτές οι ιστορίες με τα γενετικά πειράματα είναι αληθινές. Πάντως δε θα ήθελα να χαρακτηριστεί η ταινία σαν μελλοντολογική ταινία γιατί δεν είναι κάτι τέτοιο.

Δ.Ο.: Τα παιδιά όμως είναι το μέλλον αυτής της κοινωνίας. Ν.Ν.: Ένα πράγμα που δεν έχεις, μιλάω πάντα για την ταινία, το επιζητάς αλλά και ταυτόχρονα το φοβάσαι. Οι γυναίκες στην ταινία είναι κατεστραμμένα εργοστάσια. Από τη φύση τους πρέπει να παράγουν. Αν δεν μπορεί να κάνει η γυναίκα ένα παιδί είναι μισή γυναίκα. Κι όχι μόνο μισές αλλά τις έχουν καταστρέψει για να είναι μισές. Δεν θα πρέπει λοιπόν να μισούνε αυτό το οποίο δεν έχουν; Μην ξεχνάμε ότι αυτά τα άτομα, μετά από ένα τέτοιο τρόπο ζωής είναι και ταραγμένα. Τα παιδάκια τώρα, μπορεί να έρχονται. Γι’αυτό και η αφήγηση, παρόλο που είναι στρωτή ακαδημαϊκή, μοιάζει με σκόρπια φύλλα ημερολογίου και μπορεί να διαβαστεί και έτσι κι αλλιώς. Αυτός ήταν κι ένας τρόπος για να βγάλω την ταραγμένη λειτουργία του μυαλού τους.

Δ.Ο.: Μία από αυτές τις γυναίκες έχει κάνει παιδί στο παρελθόν μέσα από γενετικά πειράματα. Αυτή έρχεται κι επειδή έχει τελειώσει τη θητεία της φεύγει πρώτη αλλά ξαναγυρίζει. Ν.Ν.: Ξαναγυρίζει γιατί έξω δεν υπάρχει τίποτα. Κι όπως της λένε οι άλλες μένει εκεί που τουλάχιστον έχει παρέα, τσιγάρα, φαγητό κ.λπ.

ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΗ

Δ.Ο.: Οικονομικά που στηρίχθηκες; Ν.Ν.: Πουθενά. Στο Κέντρο Κινηματογράφου την πρώτη φορά που διάβασαν το σενάριο μου το έστειλαν πίσω με τη δικαιολογία ότι δεν περίσσευαν χρήματα. Τα σενάριο δεν πέρασε από την Επιτροπή Κρίσεων αλλά πέρασε κατευθείαν στο Δ.Σ. του Κέντρου (επί προεδρίας Χρονόπολου) όπου το απέρριψαν. Στην ουσία είχαν χρήματα για συγκεκριμένου τύπου ταινίες όπως της Μαλέα και του Λαζόπουλου. Και μιλάμε για ταινίες που τελικά δεν είχαν εμπορική επιτυχία. Ακούστηκαν σχόλια από ανθρώπους του Κέντρου του τύπου «μην τολμήσει ο Νικολαΐδης και ξαναφέρει τέτοιο σενάριο». Τη δεύτερη φορά που το έστειλα, μου ζήτησαν να δουν την ταινία σε κασέτα. Τους την έδωσα και τότε αποφάσισαν να μου δώσουν 40.000 €. Στο Κέντρο σκέφτονται περίεργα και πιστεύουν σε συγκεκριμένου τύπου ταινίες. Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν όλα, από τον κινηματογράφο της Αγγελίδη έως αυτό της Μαλέα κι ο κόσμος να διαλέξει τι τον ενδιαφέρει.

Δ.Ο.: Τελικά όπως έχουμε στην ταινία μια κοινωνία σε καταστολή, στην πραγματικότητα έχουμε και τον δημιουργό σε καταστολή ή τουλάχιστον έτσι τον θέλουν να είναι. Ν.Ν.: Όχι δεν αισθάνομαι καθόλου σε καταστολή. Όταν ξεκίνησα να δουλεύω σαν σκηνοθέτης, το τότε Κέντρο Κινηματογράφου μου είπε όχι για την «Ευρυδίκη». Το ίδιο έγινε και με τα «Κουρέλια» και με την «Πρωινή περίπολο». Ότι έχω πάρει μέχρι σήμερα τα πήρα εκ των υστέρων και με φασαρίες. Τα χρήματα για τη «Γλυκιά συμμορία» τα πήρα με εξώδικο τότε στη Μερκούρη η οποία απάντησε «δώστε τα στον τρελό να μας αφήσει ήσυχους». Δεν είναι λοιπόν ο δημιουργός σε καταστολή, αυτοί είναι τα πτώματα. Κι αν έτσι θέλουν να είναι, ποιος τους ακούει.

Δ.Ο.: Εσύ, που λες ότι δεν θα ξανακάνεις ταινία. Ν.Ν.: Δεν ξανακάνω ταινία γιατί νοιώθω ότι έχω κουραστεί πολύ. Δεν μπορώ να δουλεύω και να τα κάνω όλα σε μία ταινία, την παραγωγή, την χρηματοδότηση, την επιλογή των χώρων, να βρίσκω λύσεις για όλα. Δε γίνεται. Ο κινηματογράφος χρειάζεται χρήματα. Τελικά, φτάνω σήμερα στο σημείο να δηλώσω ότι οι δικές μου οι ταινίες, είναι σχέδια πάνω στις ταινίες που ήθελα πραγματικά να κάνω. Γιατί ποτέ δεν είχα τα χρήματα που χρειαζόμουνα για να κάνω μία ταινία. Με τις δύο προηγούμενες ταινίες μου μπήκα χοντρά μέσα οικονομικά.

Δ.Ο.: Πιστεύεις ότι το πρόβλημα με το Κέντρο Κινηματογράφου είναι ιδεολογικό; Ν.Ν.: Νομίζω ότι είμαστε μια μικρή, μίζερη κινηματογραφική οικογένεια, η οποία αποτελείται τώρα πια από άτομα χωρίς όραμα, τελείως αμόρφωτα. Κι επειδή είναι αμόρφωτοι δε δέχονται ν’αναγνωρίσουν την αξία κάποιου άλλου σκηνοθέτη. Εγώ πριν ξεκινήσω τη σκηνοθεσία, σπούδασα τρία χρόνια στη σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους όπως ο Τέτσης, ο Μοσχίδης, ο Γιώργος και η Ελένη Βακαλό, για να ξέρω να στήνω ένα κάδρο. Ελάχιστοι σκηνοθέτες μας δίνουν σημασία στο κάδρο που είναι η ουσία του κινηματογράφου κι αν το ξέρεις καλά μπορείς να τα λες όλα χωρίς να γράφεις από κάτω ούτε μία κουβέντα. Όλοι νομίζουν ότι είναι θέμα φωτογράφου αλλά δεν είναι.

Δ.Ο.: Πιστεύεις ότι οι ταινίες σου είναι ιδεολογικά επικίνδυνες γι΄ αυτό το σάπιο σύστημα; Ν.Ν.: Βεβαίως και είναι.

Δ.Ο.: Πως έχεις λοιπόν την αυταπάτη ότι θα σου τις εγκρίνουν. Ν.Ν.: Μα εγώ κάνω καλό σινεμά. Μπορεί αυτό να μην τους ενδιαφέρει αλλά όταν τελικά καταφέρνω και τους τα παίρνω ή για άλλοθι μου τα δίνουν ή για «να μη γκρινιάζει ο τρελός». Φαίνεται ότι κάπου εκτιμούν και τις σκηνοθετικές μου ικανότητες. Έχω ακούσει να λένε για μένα το εξής φοβερό: «Δε συμφωνούμε μ’αυτά που λέει ο Νικολαΐδης αλλά συμφωνούμε με τον τρόπο που τα λέει»!

ΜΙΑ ΨΕΥΤΙΚΗ ΒΙΤΡΙΝΑ

Δ.Ο.: Για να κάνω λίγο το δικηγόρο του διαβόλου θα σε ρωτήσω γιατί ήρθες και φέτος στη Θεσσαλονίκη αφού στέκεσαι κριτικά απέναντι σ’όλο αυτό το σύστημα; Τι περιμένεις σήμερα από το φεστιβάλ; Ν.Ν.: Δεν περίμενω τίποτα. Ήρθα στη Θεσσαλονίκη γιατί εκεί έχω κάποιους φίλους που τους βλέπω σπάνια κι ήταν μια ευκαιρία να τους δω. Δεύτερον μου αρέσει πολύ η Θεσσαλονίκη και τρίτον ήθελα να κάνω διακοπές που είχα να κάνω δύο χρόνια. Και τέταρτο είχα υποχρέωση σε τέσσερις γυναίκες ηθοποιούς σε κάποιον μοντέρ και κάποιους άλλους συνεργάτες εκτός από τον διευθυντή φωτογραφίας, ο οποίος λέει ότι ήρθε απλά για την εκδρομή.

Δ.Ο.: Κι όλη αυτή την κόντρα; Λένε για σένα, τους απαντάς με τον τρόπο σου και τανάπαλιν. Μετά απ΄ όλα αυτά γιατί εξακολουθείς να συμμετέχεις στο φεστιβάλ; Ν.Ν.: Να σου πω γιατί. Εγώ ήμουν εναντίον του Φεστιβάλ μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ΄90. Από το 1965 και κατά τη διάρκεια της χούντας, είχα προτείνει πολλές φορές να κλείσει το ελληνικό φεστιβάλ. Γιατί πίστευα ότι ήταν μια ψεύτικη βιτρίνα κι ότι οι ταινίες γινόντουσαν μόνο για το φεστιβάλ και όχι για το κοινό. Φεύγανε οι ταινίες και πήγαιναν στις αίθουσες κι έκαναν λιγότερα εισιτήρια ακόμη κι απ’αυτά που κάνουν σήμερα. Αυτές λοιπόν οι ταινίες διώξανε τον κόσμο από τον κινηματογράφο. Είπα λοιπόν ότι αυτό το κωλοχανείο πρέπει να κλείσει. Σε όσους απευθύνθηκα, γιατί φυσικά αυτό δεν μπορούσα να το κάνω μόνος μου, να αποσυρθούν οι ταινίες και να μην πάνε, δεν με άκουσε κανένας. Και βέβαια σε περιόδους που είχα κι εγώ ταινία. Όχι στο απ’έξω εγώ. Κάναμε τότε κι ένα αντιφεστιβάλ με πρόεδρο τον Ταχτσή αλλά δεν έγινε και τίποτε φοβερό.

Να σου πω και κάτι εκτός κασετοφώνου; Ήρθαν φέτος και με βρήκανε 7-8 νέα παιδιά που είχαν εγκριθεί τα σενάριά τους και μου παραπονιόντουσαν ότι δεν τους δίνει χρήματα το Κέντρο. Τους είπα τότε, πως αν συμφωνήσουν και οι άλλοι, γιατί δεν είμαι ψώνιο να το κάνω μόνος μου, να αποσύρουμε τις ταινίες μας για να καταλάβουν οι αρμόδιοι ότι πρέπει να είναι συνεπείς κι ότι τα παιδιά δεν είναι πρόβατα. Τους ζήτησα λοιπόν ν΄ απευθυνθούν και στους άλλους συναδέλφους. Τότε λοιπόν ένας απ’αυτά τα παιδιά μου απάντησε ότι αυτά δεν είναι σωστά πράγματα. Εγώ του δίνω την ευκαιρία να διεκδικήσει την αξιοπρέπειά του και το δικαίωμά του να μιλάει κι αυτός μου λέει ότι αυτά δεν είναι σωστά πράγματα. Κι έτσι ξεκινάει γυρίσματα και ξοδεύει ένα κάρο χρήματα χωρίς να έχει πάρει φράγκο.

Δ.Ο.: Σε μία εναλλακτική σκέψη σου, θα μπορούσες να κάνεις ένα σήριαλ στην τηλεόραση; Ν.Ν.: Είχα δύο σχέδια εκ των οποίων το ένα παραλίγο να γίνει αλλά μάλλον δεν με καταλάβανε. Αν θα έκανα ταινία σήμερα, θα ήθελα να κάνω την ιστορία της απόδρασης από τις φυλακές των Βούρλων. Με ενδιαφέρει τρομακτικά αυτή η ιστορία αλλά όταν τη συζήτησα με το Κέντρο μου απάντησαν κάτι ασυναρτησίες και δεν μπόρεσα να προχωρήσω.

ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Δ.Ο.: Να μιλήσουμε λίγο για το κάδρο στις ταινίες σου όπου είναι εκπληκτικό το πώς το σχεδιάζεις και πως το πραγματοποιείς στην παραμικρή του λεπτομέρεια. Το έχεις μεγεθύνει 100 φορές για παράδειγμα και ξέρεις σε ποιο σημείο των 35 mm θα πρέπει να καθίσει ο ηθοποιός για να το φωτίσεις με υπερβολική ακρίβεια και να έχει το τέλειο αποτέλεσμα. Ν.Ν.: Αυτό γίνεται πια από ένστικτο. Είχα βέβαια και την κατάλληλη εκπαίδευση από την σχολή Καλών Τεχνών που αναφέραμε παραπάνω.

Δ.Ο.: Από ποιο ρεύμα ήσουνα επηρεασμένος στη ζωγραφική; Ν.Ν.: Από τους Ντανταϊστές. Αλλά αυτό είναι ένα ρεύμα που δύσκολα περνάει στην Ελλάδα.

Δ.Ο.: Μου είχες πει πριν χρόνια σε μια συνέντευξη, ότι μετά τη «Γλυκιά συμμορία» δεν θα ξανάκανες ταινία με τα πιασάρικα στοιχεία του περιθωρίου και του γυμνού, με τα βυζάκια κ.λπ. Ν.Ν.: Όντως, το είχα πει. Αλλά σου θυμίζω ότι μετά, έκανα την «Πρωινή περίπολο». Μια ταινία από την οποία έλειπαν παντελώς αυτά τα στοιχεία και η οποία πήγε εμπορικά πολύ καλά. Γιατί λοιπόν εγώ παράτησα ένα κοινό το οποίο με περίμενε από κάτω, το οποίο μπορούσα να το εκφράζω και πολιτικά και ιδεολογικά και πήγα στην «Πρωινή περίπολο»; Πολύ απλά, γιατί ο καθένας έχει τη βίδα του κι εγώ δε γούσταρα να είμαι αναγνωρισμένος ως σκηνοθέτης του περιθωρίου. Δεν μου αρέσουν αυτές οι ρετσέτες. Έκανα λοιπόν αυτό το ενδιάμεσο με σκοπό όταν θα ήμουνα έτοιμος να ξαναγυρίσω σ’αυτό το είδος το οποίο και έκανα αργότερα με το «Ο χαμένος τα παίρνει όλα», το οποίο δεν το κατάλαβαν και νόμιζαν ότι είναι η συνέχεια της «Γλυκιάς συμμορίας». Είχα εξοργιστεί με την επιτυχία της «Γλυκιάς συμμορίας» κι όταν έγινα κάπως «αναλώσιμος και τακτοποιημένος», μου γυρίσανε τα άντερα. Είπα ότι ένας δημιουργός δεν πρέπει να είναι ποτέ ικανοποιημένος από αυτά τα πράγματα. Στο «The zero years» υπάρχουν λίγα, αλλά διαφορετικά βυζάκια αυτή τη φορά. «Άλλα βυζάκια»…

Δ.Ο.: Μια και μιλήσαμε γι’αυτά τα «άλλα βυζάκια» και για να ξαναγυρίσουμε στο «The zero years» να δούμε λίγο τις σκηνές με το αυγό; Ν.Ν.: Εγώ, μέσα σε κάθε ταινία μου, επειδή μου αρέσει να έχω μια μυστική συνομιλία με το παρελθόν του κινηματογράφου, βάζω και μία σκηνή από μία ταινία που αγαπάω. Καμιά φορά μπορεί και να αναπαράγω και κάποιο πλάνο ή και μια πολύ μικρή σκηνούλα, χωρίς βέβαια να φεύγω από τη δική μου ιστορία, από μία ταινία που αγαπούσα. Έτσι νομίζω ότι κάνω ένα πήδημα μέσα στο χρόνο κι έρχομαι και μιλάω μ΄ αυτούς τους ανθρώπους. Σας θυμίζω λοιπόν ότι πρόκειται για σκηνές από το πρώτο «Cape fear», του Τόμσον, με το Γκρέγκορυ Πεκ και το Ρόμπερτ Μήτσαμ. Ο Μήτσαμ λοιπόν βρήκε ένα αυγό, το σήκωσε και το πασάλειψε στην κοπέλα που έπαιζε μαζί του, λέγοντάς της τι πρόκειται να πάθει. Ένα μπαταϊκό σύμβολο που κρύβει φόβο, βία, σεξουαλική επίθεση. Αυτές οι σκηνές είναι αναφορά σ΄ αυτή την ταινία και στο Μήτσαμ που αγαπώ πολύ.

Δ.Ο.: Αυτή η ταινία έχει αφηγηματικές τρύπες οι οποίες σε βοηθάνε να ολοκληρώσεις και να προωθήσεις την αφήγησή σου; Ν.Ν.: Ναι, αυτές υπάρχουν επίτηδες. Το καλό είναι πάντως ότι υπάρχουν απέναντί σου κάποιοι, ελάχιστοι βέβαια, κριτικοί, που σε βοηθάνε συχνά να δεις πράγματα και σε προσωπική βάση στον εαυτό σου.

Δ.Ο.: Θέλω να σου πω όμως ότι προσωπικά αγχώθηκα πολύ στο τέλος. Ν.Ν.: Το καταλαβαίνω, άλλωστε το γράφω και στους τίτλους της αρχής «Κανείς δεν θα γλιτώσει». Η ταινία δεν είναι σε καμία περίπτωση διασκεδαστική, αλλά παρόλα αυτά, διακατέχεται από ένα υπόγειο άγριο χιούμορ που λίγοι θα το καταλάβουν. Πάντως, για να πλησιάσει κανείς το «The zero years», θα πρέπει να έχει πολύ γυναικεία ιδιοσυγκρασία, είναι πιο γυναικεία ταινία κι οι γυναίκες την καταλαβαίνουν πιο εύκολα. Ακουμπάνε στο δικό τους το πρόβλημα και με την ευκαιρία τσιμπάνε από δίπλα κι άλλα πράγματα.

Δ.Ο.: Θέλω να σ’ευχαριστήσω γι αυτή τη συζήτηση και ….να τολμήσω να ευχηθώ μετά απ΄ όλα όσα είπαμε «καλή συνέχεια». Ν.Ν.: Σ’ευχαριστώ αλλά δεν το βλέπω…

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ - ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

Το cinemainfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στην κινηματογραφική τέχνη και τους συντελεστές της. Μια δημιουργία του www.internetinfo.gr

INTERNETINFO © ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ INFO.GR